Επιτέλους κέρδισα! Μπορεί να μην ήταν λαχείο, αλλά δεν είναι δα και αμελητέο ένα ταξίδι με τρένο. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον γύρο της Γαλλίας με το TVG, που θεωρείται ένα από τα ασφαλέστερα και ταχύτερα τρένα του κόσμου.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν πίστευα πως θα κέρδιζα σε ένα διαγωνισμό που γινόταν στη Γαλλία και είχε σαν θέμα το ερώτημα: Πώς φαντάζεσαι την αιώνια επιστροφή του Νίτσε; Επρόκειτο για ένα φιλοσοφικό δοκίμιο και σαν τέτοιο δεν είχα, προφανώς, καμιά τύχη και μάλιστα στη Γαλλία, τη χώρα που ανθεί (ακόμα) η σοβαρή πορτοκαλέα. Η έμπνευσή μου, αντί για δοκίμιο να γράψω ένα διήγημα (τι είχα, τι έχασα;), αποδείχτηκε καταλυτική. Οι Γάλλοι, περίεργος λαός, εκτίμησαν τη διαφορετική προσέγγιση και την άλλη ματιά (φαντάζομαι) και μου έδωσαν το δεύτερο βραβείο, μαζί με το εισιτήριο. Το πρώτο, μαζί με το παραδάκι, το πήρε Γάλλος. Είπαμε είναι περίεργοι, όχι βλάκες.
Ευτυχισμένος από την εξέλιξη, παίρνω τα μέα μου, λίγα ρούχα και μια φωτογραφική μηχανή και να ‘μαι στο Ορλί. Όσο για τη θεσπέσια ύπαρξη που περίμενα να με περιμένει, γεμάτη θαυμασμό για τον νικητή, αντ’ αυτής, Γουλιμής. Ένας κοντοκουρεμένος τύπος με λεπτό μουστάκι, μαύρο κοστούμι και κατακόκκινο πρόσωπο. Μου δίνει το βραβείο, ένα ρολό χαρτί τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα και το εισιτήριο. Η μια πίσω από την άλλη, όλες μου οι φαντασιώσεις αυτοκτονούν. Πρώτα η θεσπέσια ύπαρξη πέφτει στις κυλιόμενες σκάλες και γκρεμοτσακίζεται κι αμέσως μετά, η γεμάτη αίθουσα που θα λάμβανε χώρα η εκδήλωση για τη βράβευση των νικητών, σκύβει να τη πιάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να την ακολουθήσει στο χαμό της. Λυπηρό φαινόμενο αλλά όχι ικανό να μετριάσει τη χαρά μου. Μια χαρά που τη μεγαλώνει η σκέψη πως απερίσπαστος από έγνοιες και δουλειές, θα πραγματοποιήσω επιτέλους τα ρεπορτάζ της ζωής μου.
Ο τύπος μου λέει να τον ακολουθήσω. Το κάνω και είμαι προσεκτικός στις σκάλες, ιδιαίτερα σε αυτές που κατεβαίνουν. Σε αντίθεση με τις φαντασιώσεις μου, η ύπαρξή μου είναι υπαρκτή. Βγαίνουμε από το αεροδρόμιο και σταματάμε σε μια στάση λεωφορείου.
«Θα πάρεις τη γραμμή 285 και θα κατεβείς στο τέρμα της. Εκεί είναι ο σταθμός του μετρό Villejuif – Louis Aragon. Θα πάρεις το μετρό και θα κατεβείς στο κέντρο. Θα ψάξεις για τον σταθμό Gare de l'Est. Όταν φτάσεις και μπεις μέσα θα δεις δυο τρένα να περιμένουν. Το ένα θα είναι γεμάτο κόσμο και το άλλο άδειο. Εσύ θα μπεις στο άδειο. Κατανοητό;»
Κουνάω το κεφάλι μου, περισσότερο από δέος. Όλα αυτά τα μπερδεμένα με ζάλισαν, αλλά κρατάω χαρακτήρα. Σιγά να μη δώσω την ικανοποίηση στον Γάλλο να με κοιτάξει με οίκτο. Όπως είναι φυσικό χάνομαι. Καθόλου δεν πτοούμαι, παίρνω ταξί. Το χρυσοπληρώνω, αλλά με αφήνει έξω από τον σταθμό. Ευτυχώς ο Γάλλος είχε δίκιο, τα τρένα είναι δυο. Μπαίνω στο άδειο. Θαυμάζω το εσωτερικό του και κάθομαι σε ένα από τα αναπαυτικά του καθίσματα. Κάτι η κούραση, κάτι το ξενύχτι της προηγούμενης, χωρίς να το καταλάβω τα μάτια μου κλείνουν. Όταν ανοίγουν το τρένο έχει ήδη ξεκινήσει.
Περίεργα πράγματα συμβαίνουν γύρω μου που αδυνατώ να τα εξηγήσω με τη λογική. Το εσωτερικό του βαγονιού έχει αλλάξει. Ο χώρος παραμένει ο ίδιος αλλά τα πολλά καθίσματα έχουν εξαφανιστεί. Τώρα υπάρχει κρεβάτι πίσω από ένα παραβάν, τουαλέτα, σαλόνι και καθιστικό. Λες και με έχουν μεταφέρει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Τρέχω αλαφιασμένος προς το παράθυρο, τραβάω την κουρτίνα και διαπιστώνω το προφανές. Το τρένο κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αρχίζουν να τρέμουν τα πόδια μου, όταν παρατηρώ τα ρούχα μου. Φοράω ένα άσπρο ράσο, κάτι σαν αραβική κελεμπία και είμαι ξυπόλητος. Όνειρο βλέπω δεν μπορεί, συλλογίζομαι και τραβάω μια δυνατή τσιμπιά στο μπούτι μου. Ουρλιάζω από πόνο, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Κρύες σταγόνες ιδρώτα τρέχουν στη ραχοκοκαλιά μου. Δεν μπορεί, θα υπάρχει μια λογική εξήγηση, προσπαθώ να δώσω λίγο κουράγιο στον εαυτό μου. Μάλλον θα κοιμήθηκα βαριά και τώρα έχω παραισθήσεις. Έναν καφέ! Πρέπει να πιω έναν καφέ για να συνέλθω. Ψάχνω για λεφτά, τίποτα. Έχει εξαφανιστεί και η βαλίτσα μου μαζί με τη φωτογραφική. Αποφασίζω να ψάξω για μπαρ, να βρω κάποιον να ρωτήσω να μου πει τι συμβαίνει. Περνάω στο επόμενο βαγόνι και ξαφνικά όλα ξεκαθαρίζουν. Είναι γεμάτο καθίσματα. Άδεια μεν από ανθρώπους, αλλά καθίσματα, όμορφα στοιβαγμένα το ένα πίσω από το άλλο. Κοιμήθηκα και με μετέφεραν στο δωμάτιό μου. Τόσο μεγάλο ταξίδι χρειάζεται και τις ανέσεις του. Βραβείο κέρδισα, δικαιούμαι περιποίησης. Αδυνατώ να εξηγήσω την κελεμπία και το χάσιμο της βαλίτσας, αλλά τώρα πια έχω ανεβασμένη αυτοπεποίθηση. Περνάω στο επόμενο βαγόνι, και ναι, είναι το μπαρ.
Η χαρά μου κρατάει για λίγο, τα περίεργα ξαναρχίζουν. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και η ατμόσφαιρα απόκοσμη. Ο μπάρμαν, οι δυο όρθιοι στη μπάρα και οι θαμώνες καθισμένοι στα τραπεζάκια, φοράνε την ίδια κελεμπία με μένα. Μόλις τώρα παρατηρώ πόσο άσχημο δείχνει το ντύσιμο σε άλλους ανθρώπους. Πλησιάζω με φόβο και επιφύλαξη. Ο ένας από τους δύο που στέκονται όρθιοι, γυρίζει και με κοιτάζει αδιάφορα. Κάπου τον ξέρω αυτόν τον τύπο. Ένας γεράκος με φαλάκρα, άσπρα μαλλιά που ξεκινούν από τους κροτάφους και μακριά γενειάδα που λόγω της κελεμπίας δεν μπορώ να διακρίνω πού τελειώνει. Φτυστός ο Δαρβίνος!
Ο τύπος δεν μου δίνει σημασία, λες και δεν υπάρχω. Γυρίζει στον διπλανό του, και συνεχίζει τη κουβέντα.
«Το ανθρώπινο όν όπως το ξέρουμε εξελίχθηκε από παλιότερα είδη ζώων».
Και τότε προσέχω τον άλλο όρθιο. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά δυνατά. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν ο ίδιος ο Χριστός! Αυτό το καλοσυνάτο πρόσωπο, τα μακριά μαλλιά, η γενειάδα. Όλα τον θυμίζουν..
«Ο σκοπός της εξέλιξης του ανθρώπου είναι να κατανοήσει ότι είναι ο Γιος του Θεού, και κατανοώντας το να βοηθήσει τους άλλους ανθρώπους να το καταλάβουν. Και μόνο αυτό».
Ο μπάρμαν κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε, σαν να τους έλεγε “κούνια που σας κούναγε”.
«Καλά δεν βαρεθήκατε να κουβεντιάζετε κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια; Αιώνες τώρα;»
Γυρίζει προς τα μένα, καμιά έκπληξη πλέον κι αυτός γνωστός. Από το μοχθηρό ύφος και τις φαβορίτες μέχρι το στόμα, τα πεταχτά μαλλιά και το γενναίο κούτελο, δεν υπάρχει αμφιβολία είναι ο Σοπενχάουερ. Με ρωτάει με ύφος αυστηρό:
«Τι θέλεις εσύ;»
«Εεεε… ένα διπλό εσπρέσο…»
Από το βάθος ακούγεται μια πασίγνωστη μελωδική φωνή:
«Πάρε τριπλό. Θα σου χρειαστεί εδώ που έμπλεξες».
Γυρίζω και βλέπω τον Τζιμ Μόρισον σκασμένο στα γέλια, να χτυπά στον αέρα το χέρι του (πώς πάχυνε έτσι αυτό το παιδί;) Σιντ Μπάρετ. Το ότι έμπλεξα, έμπλεξα. Το θέμα είναι να μάθω πού. Κάθομαι σε ένα τραπέζι και με χέρια τρεμάμενα πίνω μια γουλιά καφέ. Τότε σηκώνεται η Τζάνις Τσόπλιν και παίρνει ένα μικρόφωνο.
«Κυρίες και κύριοι, αγαπητέ μας καλεσμένε, το σόου αρχίζει!»
Ο προβολέας φωτίζει τη γωνία και φαίνεται ένα πλήρες σετ από ντραμς. Πίσω τους ο Τζον Μπόναμ, αγέρωχος και νεότατος, τα χτυπάει με μεγαλοπρέπεια, προαναγγέλλοντας την εμφάνιση κάποιου σπουδαίου. Όλη η αίθουσα γυρίζει προς τη πόρτα. Ένα ρίγος με διαπερνά πέρα ως πέρα.
Ο Καρλ Μαρξ! Μπαίνει μέσα με ύφος αγέρωχο. Δίπλα του στέκεται, ποιος άλλος, ο Ένγκελς. Ο Κάρολος σταματάει στο κέντρο. Ανοίγει ένα χρυσόδετο τόμο και αρχίζει να διαβάζει:
«Η ανάγκη για συνεχώς επεκτεινόμενη κατανάλωση των προϊόντων της, κυνηγά την αστική τάξη σ’ όλη την υδρόγειο. Είναι αναγκασμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί σχέσεις παντού... Στη θέση των παλιών αναγκών που ικανοποιούνται από εγχώρια προϊόντα, εμφανίζονται νέες ανάγκες, που για την ικανοποίηση τους απαιτούνται προϊόντα από τις πιο απομακρυσμένες χώρες και από τα πιο διαφορετικά κλίματα. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας εμφανίζεται η ολόπλευρη συναλλαγή, η ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών».
Κλείνει τον τόμο. Κοιτάζει την αίθουσα με βλέμμα με πετάει φωτιές.
«Κομμουνιστικό Μανιφέστο κύριοι, γραμμένο το 1848. Έχετε διαβάσει από τότε καλύτερη ανάλυση για την παγκοσμιοποίηση;»
Αντί για απάντηση η αίθουσα ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο Κάρολος το απολαμβάνει και το δείχνει. Από ένα διπλανό του τραπέζι, πετάγεται ο Μπουκόφσκι (!) και προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο του, του δείχνει έναν τύπο.
«Είναι ακόμα εδώ».
Ο Κάρολος κοιτάζει προς τα εκεί και αφηνιάζει με αυτόν που βλέπει. Ο Ένγκελς τρέχει και τον πιάνει, τη στιγμή που είναι έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Ο Στάλιν! Ο Μαρξ του βάζει τις φωνές.
«Δεν σου έχω πει ότι θα εξαφανίζεσαι όταν μπαίνω στην αίθουσα;»
«Μα έμεινα να ακούσω αυτά που θα έλεγες. Ξέρεις… μου αρέσουν».
«Δεν θέλω να σου αρέσει τίποτα δικό μου. Ακούς; ΤΙ - ΠΟ – ΤΑ!»
«Μα είναι αντιδημοκρατική συμπεριφορά αυτή!»
«Τολμάς και μιλάς εσύ για συμπεριφορές; Εξαφανίσου είπα».
Ο Στάλιν φεύγει με σκυμμένο το κεφάλι και ο Κάρολος κάθεται στο τραπέζι του. Ο Ένγκελς φέρνει δυο παγωμένες μπύρες. Έρχεται στο τραπέζι τους ο Λέων Τολστόι κρατώντας ένα ποτήρι βότκα. Τσουγκρίζει μαζί τους, κουνάει το κεφάλι και λέει με πίκρα:
«Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του».
Ο προβολέας πέφτει πάλι στον Μπόναμ και τα ντραμς ξαναχτυπούν, αλλά με βαρεμάρα αυτή τη φορά. Χωρίς να τον αναγγείλουν, κάνει την εμφάνισή του ο Νίτσε. Κανείς δεν τον συνοδεύει. Ένα μουρμουρητό εξαπλώνεται στην αίθουσα. Σχόλια ακούγονται δεξιά κι αριστερά: Ωχ, ήρθε πάλι ο τρελός – δεν υπάρχει ένας χριστιανός να τον κλειδώσει στο καμαρίνι του - θα μας τα πρήξει πάλι. Ο μπάρμαν αγριεύει.
«Βγάλτε το σκασμό, μιλάει ο μαθητής μου!»
Κάτι αλλόκοτο υπάρχει στη ματιά του Νίτσε. Η όλη του εμφάνιση, με το τεράστιο μουστάκι να του κρύβει τα χείλη, μου προκαλεί φόβο. Είναι φανερό πως είναι αλλού. Και όμως με κοιτάζει. Θεέ μου, απευθύνεται σε μένα! Η φωνή του ακούγεται απόκοσμη:
«Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, πρέπει να την ξαναρχίσεις από την αρχή, και να την ξαναρχίζεις αδιάκοπα˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙ αντίθετα, μάλιστα! Ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή ευχαρίστηση, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα όσα ένιωσες στη ζωή σου θα ξαναρθούν, κάθε τι το άρρητα μεγάλο και το άρρητα μικρό που έχει μέσα της, όλα θα ξαναρθούν, και θα ξαναρθούν με την ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή…. κι αυτή η αράχνη θα ξαναρθεί, κι αυτό το σεληνόφωτο ανάμεσα στα δέντρα, κι αυτή η στιγμή, κι εγώ ο ίδιος! Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη των σκονών!»…
Έχω παραλύσει. Το ύφος του γίνεται συγκαταβατικό.
«Λυπάμαι φίλε μου που δικαιώθηκα. Ήταν πράγματι τρομερή πρόβλεψη και είναι κρίμα που θα τη βιώνεις για πάντα. Θα τα πούμε αύριο πάλι».
Ο καφές έχει τελειώσει από ώρα, τα λογικά επιχειρήματα έχουν εξαντληθεί και μόλις μου σώθηκε το όποιο κουράγιο μου είχε απομείνει. Πανικός. Αυτή ακριβώς τη στιγμή έρχεται και κάθεται στο τραπέζι μου ένας συμπαθητικός γεράκος, που κρατάει στα χέρια του δυο ποτήρια με ουίσκι. Είναι ο μόνος που δεν γνωρίζω. Όσο και να προσπαθώ δεν μου θυμίζει τίποτα.
«Πρέπει να κάνεις υπομονή γιε μου. Ιώβεια υπομονή. Αυτό που βλέπεις τώρα θα το βλέπεις στον αιώνα τον άπαντα».
«Μα πού βρίσκομαι επιτέλους; Τι είναι όλα αυτά; Γιατί τόσοι γνωστοί μου πεθαμένοι βρίσκονται εδώ και πώς γίνεται να μιλάνε όλοι ελληνικά;»
«Σφίξε την καρδιά σου κι άκου με προσεκτικά. Όπως γίνεται με όλα τα μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας, έτσι και ο Νίτσε είχε εν μέρει δίκιο. Τελικά υπάρχει η αιώνια επιστροφή, μόνο που γίνεται στο πνεύμα κάθε ανθρώπου και όχι στον ίδιο τον άνθρωπο. Το πνεύμα αποδείχτηκε μια ανώτερη δύναμη, μια τέτοια μορφή ενέργειας, που ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει. Ο λόγος είναι απλούστατος. Αποκτά όλες αυτές τις ιδιότητες μόνο όταν απελευθερωθεί από το σάρκινο κλουβί του».
Πρόσεξε που τον κοίταζα σαν χάνος και χαμογέλασε.
«Εννοείται πώς όλα όσα σου λέω είναι πολύ απλουστευμένα. Πρόσεξα ότι είναι και ο Αϊνστάιν εδώ. Αυτός θα στα εξηγήσει πολύ καλύτερα. Εγώ αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σε μπάσω στο θέμα. Το απελευθερωμένο, άρα και αναγεννημένο πνεύμα παίρνει τη μορφή ενός μεταφορικού μέσου που αρέσει στον καθένα, δηλαδή θα μπορούσες να είσαι σε καράβι, σε αεροπλάνο, σε ταξί. Έτσι κι αλλιώς αυτό γίνεται γιατί της στιγμή της απελευθέρωσης κρατάει αυτά που αρέσουν στον καθένα και ανάλογα φτιάχνει τη σφαίρα του. Ναι φίλε μου, όλο αυτό το σκηνικό είναι μια πνευματική σφαίρα και οι θαμώνες της είναι οι άνθρωποι που το πνεύμα τους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρέασαν τη μέχρι τώρα ζωή σου. Γι αυτό θα δεις τον Μάνο Χατζιδάκι να τα πίνει με τον Σιντ Βίσιους των Σεξ Πίστολς, τον Ντοστογιέφσκι με τον Μπουκόφσκι, όπως είδες τον Χριστό να τα λέει με τον Δαρβίνο».
Δεν τα χωράει ο νους μου όλα αυτά που ακούω. Προσπαθώ να μιλήσω και τραυλίζω.
«Δηλαδή… θες να πεις… ότι… ότι είμαι πεθαμένος;»
«Δυστυχώς ή ευτυχώς γιε μου. Αυτό θα εξαρτηθεί από μια μικρή αλλά βασική λεπτομέρεια. Όπως σου εξήγησα αυτό θα γίνεται αιώνια ή σχεδόν αιώνια. Όσο τέλος πάντων κρατά ένας κύκλος του Πουανκαρέ. Μη με κοιτάς έτσι, είπαμε εξηγήσεις στον Αϊνστάιν. Στην αρχή όλο αυτό θα σου φανεί ενδιαφέρον και συναρπαστικό. Δεν θα χορταίνεις να συζητάς. Θα ρωτήσεις τον Μαρξ γιατί δεν ασχολήθηκε με τον άνθρωπο, τον Σίντ αν πράγματι σκότωσε τη Νάνσι, τον Ντοστογιέφσκι για τις πηγές της έμπνευσής του, τον Σιντ Μπάρετ αν μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του που έγινε η αιτία να τον διώξουν από τους Πινκ Φλόυντ. Και όλους τους άλλους που είναι εδώ και από ότι βλέπω δεν είναι και λίγοι. Όμως αυτό θα είναι συναρπαστικό για ένα, άντε δύο, το πολύ τρία χρόνια. Μετά θα σκυλοβαρεθείς. Θα μετατραπεί σε ένα βασανιστήριο σαν του Σίσυφου».
«Είπες όμως δυστυχώς ή ευτυχώς. Το ευτυχώς πιο είναι;»
«Είπα ότι θα εξαρτηθεί από μια μικρή λεπτομέρεια. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι πνεύματα που επηρέασαν και συνεχίζουν να το κάνουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Άρα θα είναι ταυτόχρονα και στις αντίστοιχες σφαίρες τους. Όπως καταλαβαίνεις ο συνδυασμοί που προκύπτουν είναι άπειροι και ποτέ δεν θα βαρεθούν. Με αυτό τον τρόπο ξεπερνάνε το βασανιστήριο της αιωνιότητας. Θα μιλήσουν με όλους, θα δοκιμάσουν τα πάντα. Αύριο και συ θα ξέρεις αν έχεις επηρεάσει άλλους ανθρώπους και άρα αν θα είσαι και στη δική τους σφαίρα. Όπως καταλαβαίνεις, η σχέση της ανίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με τις σφαίρες που θα βρίσκεσαι».
«Δεν μπορείς να μου πεις εσύ αν θα είμαι και σε άλλες σφαίρες;»
«Δυστυχώς φίλε μου αυτό είναι κάτι που το μαθαίνει καθένας μόνος του. Δεν μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μου, όταν διαπίστωσα ξαφνικά ότι είμαι σε πολύ λιγότερες σφαίρες από όσο υπολόγιζα. Βέβαια είναι χιλιάδες, αλλά τα χρόνια περνάνε γρήγορα».
«Μα ποιος είσαι; Όλους τους γνωρίζω εδώ μέσα, εκτός από σένα».
«Δεν μου κάνει έκπληξη. Με διάβασες στα δεκατρία σου και από τότε δεν με ξαναέπιασες στα χέρια σου. Όμως αυτό που διάβασες προφανώς επηρέασε τη ζωή σου για αυτό και είμαι εδώ».
Προσπαθώ να θυμηθώ ποιο ήταν αυτό που διάβασα αλλά τίποτα. Με βλέπει και μου χαμογελάει καλοσυνάτα.
«Δεν θα σε βασανίσω άλλο. Είναι το ένα παιδί μετράει τα άστρα».
«Μενέλαε εσύ είσαι;! Τι λες τώρα! Ακόμα θυμάμαι την αρχή του: Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν’ ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο».
Και πράγματι ο κόσμος ζεστάθηκε τόσο, που ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έφτιαξα ένα διπλό καφέ και έβαλα κάτω τη ζωή μου. Κατάχαμα.

9 σχόλια:
Καλέ μου φίλε, εύχομαι η «αιώνια κλεψύδρα» να φέρνει ένα-ένα όλα σου τα όνειρα, αυτά τα ωραία που στόχευες στη ζωή σου, έτσι ώστε να τα βλέπεις να γίνονται πραγματικότητα, να φτιάχνεις το διπλό καφέ σου το πρωί δίχως να αισθάνεσαι πως είσαι «μούσκεμα στον ιδρώτα» αλλά να κολυμπάς μαζί τους σε πέλαγα ευτυχίας!
Καλή Χρονιά από καρδιάς!
Πολύ ωραίο, πολύ έξυπνο... Καλή Χρονιά και καλό διάβασμα.
ΚΑΤΑΧΑΜΑ Ε??
εγώ που να την βάλω τώρα???
Από την σιγμή που το πρωτοδιάβασα είπα μέσα μου: "Έχει σπάσει τα "δεσμά" του κούκου και απογειώνεται ολοταχώς..."
Συνέχισε (αγαπημένε μας κούκε) να μας ταξιδεύεις με τις λέξεις σου και τις σκέψεις σου...το αγαπάμε αυτό και το ξέρεις· όπως τότε,που πρωτοδιαβάσαμε τις ιστορίες σου και γίναμε "δικοί" σου,μάλλον για πάντα:-)
Καλή Χρονιά!
ΑΞΙΟΣ !!!
Αυτό που μού 'μεινε ...
«Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του» !!!
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σου εύχομαι φίλε μου ...
με υγεία, έμπνευση και δημιουργία ...
Πώς τσίμπισα έτσι! Σε πίστεψα γιατί προφανώς το αξίζεις ένα τέτοιο βραβείο από διαγωνισμό.
Αλλά είσαι τόσο ανατρεπτικός!
Ώχου,για δε μου λες, τι πένα κρατείς;
Να βρίσκεσαι καλά φίλε μου!
NA ΖΗΣΕΙΣ, ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ,
ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΟΥ
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ
ΝΑ 'ΧΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιες
Φίλε μου Κούκε, εάν το επιθυμείς, υπάρχει βραβειάκι και αφορμή για παιχνίδι που σε περιμένουν στη σελιδούλα μου.
Καλημερένια σου!
Δημοσίευση σχολίου