
Της ξέφυγε ένας αναστεναγμός την ώρα που άφηνε τα ψώνια στο τραπέζι. Η Άννα, φανερά κουρασμένη, μόλις είχε επιστρέψει από τον μπακάλη της γειτονιάς. Ήταν ήδη απόγευμα και αναλογίστηκε με τρόμο τις δουλειές που ακολουθούσαν. Το καθάρισμα, το σκούπισμα το σιδέρωμα. Τι το ήθελα το σπιτικό φύλλο Δευτεριάτικα; Χίλιες φορές το έτοιμο. Ας είχε χάρη εκείνος που έκοβε φλέβες για τη συγκεκριμένη πίτα. Ήθελε να τον ευχαριστήσει κι ας είχε τόσο καιρό να την ευχαριστήσει. Έφτιαξε και ήπιε έναν ελληνικό καφέ λίγο πριν στρωθεί στη δουλειά.
Πρώτα ετοίμασε τη γέμιση. Άνοιξε τη σακούλα και πήρε το σπανάκι, ένα κιλό περίπου. Το έπλυνε καλά, πήρε το μαχαίρι και άρχισε να το ψιλοκόβει. Μόλις τελείωσε το τοποθέτησε σε μια πλαστική λεκάνη. Έπλυνε και ψιλοέκοψε επίσης τα πέντε φρέσκα κρεμμυδάκια , το ένα ματσάκι άνηθο και τα έβαλε και αυτά στη λεκάνη. Πρόσθεσε μισό κιλό φέτα τριμμένη, τρία αυγά και ένα φλιτζάνι ρύζι. Δεν παρέλειψε το αλάτι και το πιπέρι. Άρχισε με θέρμη να τρίβει όλα το υλικά που υπήρχαν στη λεκάνη μέχρι να “κάτσει” το σπανάκι. Τελείωσε και η ικανοποίηση για το αποτέλεσμα ήταν σχηματισμένη στο βλέμμα της. Σε λίγο θα ξεκινούσε το δύσκολο μέρος της όλης προετοιμασίας. Το άνοιγμα του φύλλου.
Έβαλε το φούρνο να προθερμαίνεται στους 180 βαθμούς όταν άκουσε το κλειδί στη πόρτα και απόρησε. Πώς και γύρισε τόσο νωρίς; Σκέφτηκε για λίγο και μετά κούνησε γεμάτη σιγουριά του κεφάλι της. Εμ, βέβαια! Έχασε ξανά η ΑΕΚ και δεν θα άντεξε το πείραγμα στο καφέ. Βαρύς κι ασήκωτος θα είναι πάλι. Σκούπισε τα χέρια της και έβγαλε από το ντουλάπι τη βέργα για το φύλλο.
- Σπέρα…
- Καλώς τον! Είσαι καλά;
Απάντηση δεν πήρε και συνέχισε τη δουλειά της. Πήρε μια καθαρή λεκάνη και έριξε μέσα ένα κιλό αλεύρι. Πρόσθεσε λίγο αλάτι, μισό φλιτζάνι λάδι και πέντε κουταλιές της σούπας ξύδι. Έβαλε το νερό που χρειαζόταν και άρχισε να ζυμώνει με μανία. Αναρωτήθηκε αν αυτό γινόταν λόγω του εκνευρισμού που της προκάλεσε μια ακόμα αμίλητη παρουσία εκείνου ή από το γεγονός ότι αυτή δεν ήταν μια εύκολη ζύμη και ήθελε παραπάνω δύναμη μέχρι να γίνει. Άρχισε να σκέφτεται με νοσταλγία την εποχή που εκείνος είχε όνομα και ήταν το μωρό της. Της φάνηκε τόσο μακρινή που οι σκηνές περνούσαν ασπρόμαυρες από μπροστά της. Κι έτσι όμως ήταν όμορφες και τρυφερές. Είναι οι δυο τους στο άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας. Η φτώχεια και οι δυσκολίες της εποχής δεν τους επέτρεπαν να πηγαίνουν σε μαγαζιά παρά μόνο το Σάββατο βράδυ. Τις άλλες μέρες βόλτα, περπάτημα στο άλσος πιασμένοι από το χέρι που μετατρέπονταν σε αγκαλιά όταν ξεμάκραιναν από περίεργα βλέμματα. Κάθισαν σε ένα παγκάκι για να απολαύσουν τα πουλιά που γιόρταζαν τη παρουσία τους. Και τότε συνέβη. Ο Λευτέρης σοβάρεψε, σηκώθηκε από το παγκάκι και κάθισε στα γόνατά του. Τι κρίμα για το παντελόνι του σκέφτηκε η Άννα, όταν έβγαλε από το σακάκι του το μαγικό κουτί με το δαχτυλίδι και της το πρόσφερε. Τη ρώτησε με τρεμάμενη φωνή αν θέλει να τον παντρευτεί. Την ώρα που κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της ξεσπούσε σε κλάματα ευτυχίας.
Περίεργο πράγμα όμως το μυαλό! Από τη μια εικόνα στην άλλη. Είναι στο σπίτι της θείας της στο νησί που τους φιλοξενεί για μια βδομάδα. Ένα μικρό άσπρο σπιτάκι με μπλε παράθυρα. Δυο δωμάτια όλα κι όλα. Στο βραδινό τραπέζι ο Λευτέρης έχει κέφια. Της χαϊδεύει το πόδι της, κάτω από το τραπέζι με το δικό του. Η Άννα κοκκινίζει από ντροπή αλλά και της αρέσει. Μια περίεργη έξαψη τη πλημυρίζει. Τον κοιτάζει με κείνο το βλέμμα που τον τρελαίνει. Οι θείοι ρουφάνε τη ψαρόσουπα φυσώντας και σφυρίζοντας. Ο Λευτέρης δεν μιλάει, έχει πάρει φωτιά και η φλόγα του κατακαίει την Άννα. Πώς στο καλό θα ξαπλώσουν στο ίδιο κρεβάτι; Πρέπει όμως να το κάνουν γιατί το πρωί θα ξυπνήσουν νωρίς, να πάνε στο μνημόσυνο. Προσπαθούνε και οι δυο να συγκρατηθούνε. Είναι σε απόσταση ασφαλείας και κρατάνε ακόμα και την αναπνοή τους. Έφταιγε η αλλαγή πλευρού. Στη στροφή ακούμπησε κατά λάθος πάνω του. Αυτό ήταν. Την άρπαξε στα χέρια του και άρχισε να τη φιλάει με μια τέτοια δίψα λες και μόλις είχε βγει μετά από χρόνια στη φυλακή. Η Άννα από μια το απολάμβανε, από την άλλη έτρεμε από ντροπή μήπως και τους ακούσουν οι θείοι. «Έξω, πάμε έξω σε παρακαλώ». Σηκώθηκαν και περπατώντας στα δάχτυλα βγήκαν έξω. Η αυλή μικρή, περικυκλωμένη από γειτονικά σπίτια. Ένα μικρό σκέπαστρο από λαμαρίνα τους πρόσφερε τη στέγη που ζητούσαν. Έσβησαν τη δίψα τους κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της κατσίκας που για ένα ολόκληρο εικοσάλεπτο είχε σταματήσει το μάσημα και τους κοίταζε αδιάντροπα.
Η ζύμη ξεκολλούσε πια από τα χέρια της, δείγμα ότι ήταν έτοιμη. Είχε ιδρώσει ολόκληρη και δεν ήξερε αν αυτό οφείλονταν στη προσπάθεια που κατέβαλε για το ζύμωμα ή σε αυτό που μόλις τώρα αναπολούσε. Με το μπράτσο της σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Τον είδε με την άκρη του ματιού της. Στεκόταν στη πόρτα της κουζίνας και τη παρατηρούσε. Συνέχισε τη δουλειά της χωρίς να του μιλήσει. Χώρισε τη ζύμη σε τρεις μπάλες και τις φύλαξε σε μια λεκάνη πασπαλισμένες με αλεύρι. Έριξε λίγο αλεύρι στην επιφάνεια του τραπεζιού πήρε μια μπάλα ζύμη και άρχισε να την ανοίγει με τη βέργα. Την άνοιγε και τη ράντιζε με λίγο αλεύρι για να μη κολλάει ο μπλάστρης. Κόντευε να τελειώσει με το πρώτο φύλλο όταν τον ένοιωσε πίσω της. Συνέχισε με βιαστικές κινήσεις που παραλίγο να σκίζουν το φύλλο. Αν είναι δυνατόν! Ήξερε καλά πως οι κινήσεις της έπρεπε να είναι απαλές και ντελικάτες. Χωρίς να το καταλάβει (σχεδόν) τέντωσε λίγο παραπάνω τον πισινό της. Το απαιτούσε το τελείωμα του φύλλου που στο μεταξύ είχε απλώσει πάνω στο τραπέζι και έπρεπε να σκύβει λίγο παραπάνω για να φτάσει μέχρι την άκρη του. Είχε τελειώσει όταν αισθάνθηκε το χέρι του να τυλίγεται απαλά στη μέση της. Το γεγονός και μόνο ότι οι κινήσεις του δεν ήταν άγαρμπες, σε μια τέτοια στιγμή που το πρώτο φύλλο τελείωνε, τον ανέβασε δυο σκάλες στην εκτίμησή της. Με χέρια που έτρεμαν, όχι από συγκίνηση, πήρε τα ταψί και άρχισε να το λαδώνει. Άπλωσε προσεκτικά το φύλλο, προσέχοντας να εξέχει από το ταψί για να μπορέσει να το διπλώσει στο τέλος. Έβαλε πάνω του τη μισή γέμιση.
Το χέρι του Λευτέρη άρχισε να ανεβαίνει απαλά προς τα πάνω μέχρι που συνάντησε ανυπέρβλητα εμπόδια. Έψαξε ενδελεχώς για διέξοδο, τίποτα. Το μοναδικό μονοπάτι διαφυγής κλειστό. Για μια στιγμή αμηχανία. Ήταν η ευκαιρία της να αρπάξει τη δεύτερη μπάλα ζύμης. Άρχισε να την απλώνει με τον ίδιο τρόπο. Ο Λευτέρης, που δεν φημιζόταν για την υπομονή του, αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα. Βούτηξε τα εμπόδια και άρχισε να τα ζουλάει. Σχεδόν τα ζύμωνε. Η Άννα έσκυψε και πάλι για το άπλωμα του φύλλου αλλά δεν μπορούσε να φτάσει στο τέρμα. Κάτι, σκληρό, την εμπόδιζε. Αναγκαστικά το δεύτερο φύλλο έγινε μικρότερο. Ευτυχώς που θα πάει στη μέση του ταψιού. Το τοποθέτησε πάνω στη γέμιση που ήταν ήδη στο ταψί και πάνω από αυτό έβαλε την υπόλοιπη γέμιση. Πήρε την τελευταία μπάλα ζύμης. Το στόμα του Λευτέρη είχε κολλήσει στο λαιμό της και τον πιπιλούσε με μανία, σαν το μωρό που είναι πεινασμένο. Ένοιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Έβαλε τα δυνατά της. Έπρεπε να τελειώνει με τούτη τη πίτα. Πάλι όμως δεν μπορούσε να ανοίξει το φύλλο μέχρι το τέρμα του. Αναγκαστικά έσπρωξε προς τα πίσω. Τον άκουσε να γρυλίζει. Δεν ήταν από τα παιδιά που πάνε παραπέρα. Έσπρωξε κι αυτός. Ακούμπησαν με φόρα στο τραπέζι. Τώρα μπορούσε να φτάσει στο τέλος του φύλλου, δεν μπορούσε όμως να φτάσει στην αρχή. Να δω τι σόι σπανακόπιτα θα φας.
Εκείνη τη σωτήρια στιγμή χτύπησε το κουδούνι του φούρνου, σήμα πως είχε θερμανθεί. Ο Λευτέρης ξαφνιάστηκε και χαλάρωσε τη λαβή. Η Άννα ξέφυγε, τοποθέτησε το τελευταίο φύλλο στο ταψί, δίπλωσε τις άκρες προς τα μέσα και με ένα μαχαίρι το χάραξε σε κομμάτια. Το έβαλε στο φούρνο για μια ώρα. Γύρισε και κοίταξε τον Λευτέρη με κείνο το βλέμμα. Την ώρα που ανέβαινε πάνω στο (αλευρωμένο) τραπέζι ήξερε καλά πως είχε κάνει την καλύτερη σπανακόπιτα. Ever.
ΥΓ. Γιώργη, θα κατάλαβες ήδη, όταν θα τελειώσουν τα τραγούδια θα το ρίξω στις συνταγές...

22 σχόλια:
Ισορροπείς θαυμάσια ανάμεσα στο χιούμορ την τρυφερότητα και την έξαψη…
Από τα καλύτερα που έχω διαβάσει. Δε θα αναλύσω τη σκέψη μου για να μην το χαλάσω. Δίνει σύνθετη αναγνωστική απόλαυση, κατά τη γνώμη μου.
Καλά λένε πως ...
η σπανακόπιττα είναι διεγερτική !!!
"ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται";;;;;;
:ppp
(όσο πας και το κάνεις καλύτερο, να ξέρεις!)
;)
Φιλί, (ξ)αδερφέ!
Λες....λες..μια σπανακόπιτα να μας σώσει!! Καλά το είχα υποψιαστεί ότι κάποιο λόγο έχουν που τους αρέσει τόσο πολύ!
χα...χα.....πρωί πρωί!! Μπράβο βρε Δημήτρη!! Μας έφταξες το κέφι!! Βρήκαμε και τι θα φάμε....αααα,καλό ε?Με πιάννιεις!!)όπως ο Σεφερλής)
Απίστευτη η επίδραση της "Σπανακόπιτας", φίλε Κούκε...!
Μέσα στην κούραση, την επανάληψη και τη συνήθεια, τυχερός όποιος ξέρει να κρατάει ζωντανό τον παράδεισό του.....
Να'σαι καλά!
Γέλασα πολύ,θυμήθηκα παλιές καλές εποχές,τότε που δε χρειαζόταν να ευφραίνουμε πρώτα τo στομάχι.Δηλαδή τώρα Δημήτρη μας προτείνεις να μάθουμε να κάνουμε σπανακόπιτα? Άντε να με δω πασπαλισμένη με αλεύρι,τα χέρια γεμάτα ζύμη....Φοβάμαι όμως, πως η σπανακόπιτα θα μείνει στη μέση να περιμένει....Ν
Καλημέρα Δημήτρη :)
Πολύ το χάρηκα το σημερινό!
1ον Είχε ..ενδιαφέρουσα πλοκή
2ον Είχε σπουδαία κατάληξη (για την πίτα λέω!!)
3ον Τώρα που η έμπνευση "έπεσε" ...στο τραπέζι, μπορώ να βιοηθήσω κι εγώ!! :)))
Να είσαι καλά
Καλό σαββατοκύριακο
παίρνω ένα κομμάτι και φεύγω...
καλημέρα!!
ΚΑΛΗΣΠΈΡΑ
κοίτα για κόψε κάτι μεσημεριάτικα...
έπεσε πείνα..
Τέλειο!
(Άσε που μου θύμησε τη μαμά μου, στα νιάτα της και τις σπανακόπιτές της).
Υπέροχο ανάγνωσμα.
Καλό Σ/Κ
Φιλιά
:-)
Με το αλεύρωμα είχα, ανέκαθεν, ένα θέμα... τώρα έγιναν δύο :p
χα χα χα χα
Και για να σοβαρευτώ (όσο γίνεται...) μόνο εσύ θα μπορούσες να κάνεις τη σπανακόπιτα "αισθησιακή"!
KAΛΗΜΕΡΑ :)
xaxaxa the hands which cares everything...
Χμ! κόλλησα τις συνταγές με πόστ-ιτ στο ψυγείο.
«πως κάνουμε σπανακόπιτα»
Και
«πως φυλάμε τα νώτα μας ..για να τελειώσει η σπανακόπιτα»
Η αλήθεια είναι πως πριν τα υστερόγραφα θαύμαζα τη γυναίκα σου που έχει τέτοιον άντρα! Γιατί άλλον τέτοιον εγώ δεν ξέρω εκτός από τον ένα μου γιο. :))
Η περιγραφή σου ολοζώντανη... μύρισε σπανακόπιτα το δίκτυο. Οι λεπτομέρειες πάντα φωτογραφικές. Μου αρέσει πολύ να σε διαβάζω.
Όταν θελήσεις να φτιάξεις την απόλυτη σπανακόπιτα πες μου... κρητική συνταγή παραδοσιακή με τα ψημένα κομμάτια να κρυώνουν πάνω σε κλαδιά μυρτιάς...
Καλό βράδυ κουκάκι!
... απόλαυση!
Μου θύμησες τον εδώ Δημήτρη... κι ας αγοράζω σφολιάτα...
μα ...οι καιροί αλλάζουν και δεν είναι ούτε η... κατσίκα πλέον εδώ... ούτε το τραπέζι μεγάλο...
άλλωστε το "κουήν" κρεββάτι δεν είναι μακριά...
Να είσαι καλά,
Υιώτα
αστοριανή,
ΝΥ
Φρέσκο, αρωματικό, χορταστικό λογοτεχνικό "πιάτο".
Ένα κομμάτι σπανακόπιτας θα το πάρω :)
καλά!
κι εγώ γέλασα
αλλά πριν απο αυτό σκέφτηκα πως ένας συνδυασμός εσένα και του αγαπητού κ. Βαρβάκη, θα έσπαγε "ταμεία" [δεν πάτησα τα λινκς ακομη]
έξοχο!!!! :))
[..επομένως... και τα παλιά μπορεί να γίνουν καινούργια...]
Πως τα κατάφερες πάλι και μαγείρεψες έρωτα και φαγητό τόσο περίτεχνα!
Μπας κι κόλλησες από το μπιγκ μπράδερ κ το μαστερ σεφ? :)
Υπέροχος είσαι!
Σπανακοτυροπιτα του φτιαχνε η γυναικα και κατεληξε να γινει ζυμαρακι.. :-))
Λένε, Δημήτρη, πως ο έρωτας περνάει πρώτα απ’ το στομάχι, όμως του ήρωά σου πέρασε απ’ την κουζίνα.
Παρ’ όλο που το σκηνικό δεν ήταν το ανάλογο για τις τόσο αισθησιακές στιγμές, το πήγες –όπως πάντα- τέλεια.
Αλλά, μωρέ, τι το ’θελες εκείνο το κουδούνι του φούρνου; Μας χάλασε τη συνέχεια…
Είδες τι κάνει μια σπανακόπιτα μερικές φορές;
Πάντως το απόλαυσα!!!
Καλή σου μέρα!
Σας ευχαριστώ πολύ όλους!
Είναι η εποχή που οι συνταγές έχουν πέραση. Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται, γι΄αυτό κι εγώ θα σας προσκαλέσω σε ένα (λουκούλειο) γεύμα...
Δημοσίευση σχολίου