Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Φανή


Βικτώρια. Την ώρα που κατέβαινα τα σκαλιά, άκουσα από τη σκοτεινή στοά, το υπόκωφο βουητό του ηλεκτρικού συρμού. Θύμιζε ποδοβολητό αλόγων, τόσο δυνατό, λες και περνούσαν όλα μέσα από την αυλή του σπιτιού μου. Ένα πανικόβλητο κοπάδι από άγρια ζώα που ξαφνικά σταμάτησε αφήνοντας ένα δυνατό χλιμίντρισμα. Ο συρμός φρενάρισε και ο κόσμος φρένιασε. Άρχισαν να τρέχουν όλοι προς την αποβάθρα, οι πιο νέοι να πηδούν δυο - δυο τα σκαλιά, να στριμώχνονται μπροστά στις πόρτες του ηλεκτρικού και να περιμένουν ανυπόμονα το άνοιγμά τους. Κοντοστάθηκα στο μέσον της σκάλας και παρατηρούσα το πλήθος απορημένος. Όχι πως δεν τα έκανα και ο ίδιος, κάθε άλλο, σήμερα όμως μου φαινόταν κωμωδία όλα αυτά.
Ήθελα να σταματήσω να σκέφτομαι. Ήξερα καλά πως το μαρτύριο θα άρχιζε μόλις θα ξάπλωνα στο κρεβάτι. Όσο πιο πολύ το καθυστερούσα, τόσο το καλύτερο. Τα βήματά μου, χωρίς καμιά κεντρική καθοδήγηση, ακολούθησαν το μόνο δρόμο που ήξεραν καλά. Βρέθηκα μέσα στο βαγόνι στριμωγμένος και όρθιος, προσπαθώντας να πιαστώ από κάπου. Μόλις τα κατάφερα, είδα πως η μούρη μου είχε σχεδόν ακουμπήσει στο αξύριστο πρόσωπο ενός μεσόκοπου άντρα. Ο άγνωστος μου χαμογέλασε και κούνησε τους ώμους του με συγκατάβαση, προσπαθώντας να μου δείξει ότι δεν έφταιγε αυτός για τη δύσκολη κατάσταση. Πριν ακόμα φανούν τα κίτρινα δόντια του, με πέτυχε η ανάσα του. Είχε κάτι από τη μυρωδιά της μούχλας που αναδίδει ένα υγρό κι ανήλιαγο υπόγειο. Γύρισα ενστικτωδώς το κεφάλι μου από την άλλη μεριά. Δεν ήταν η μέρα μου. Η κυρία, με πολλά βραχιόλια στο χέρι και τα χαϊμαλιά στο λαιμό, εξέπεμπε ένα μίγμα φτηνού αρώματος ανακατεμένου με ιδρωτίλα. Λίγο πριν πάθω ασφυξία (πόσο να κρατήσω την αναπνοή μου;) άνοιξαν οι πόρτες.
Ομόνοια. Οι μισοί βγήκαν εκεί. Από την άλλη πόρτα δεκάδες αγριεμένοι περίμεναν έτοιμοι να ορμήσουν. Ίσα που πρόλαβα να καθίσω. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου. Ας υπήρχε ένας τρόπος να εξαφανιστώ! Να μην ακούω και να μη βλέπω τίποτα. Για μια στιγμή πίστεψα ότι τα είχα καταφέρει. Το Μοναστηράκι όμως είναι πολύ κοντά για να φτουρήσει το όνειρο. Τα άνοιξα πάλι. Απέναντί μου ένα ζευγαράκι αγκαλιασμένο. Φρόντιζαν με κάθε τρόπο να φωνάζουν την αγάπη τους. Τους κοίταξα με έκπληξη, λες και ήταν εξωγήινοι. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ερωτεύονται; Ένα ακαθόριστο αίσθημα με συνεπήρε. Ψάχτηκα για λίγο, μέχρι που κατάλαβα πως ήταν ζήλεια ανακατεμένη με οίκτο. Ζήλεια γιατί πράγματι υπάρχουν και οίκτος γιατί το τίμημα θα είναι μεγάλο όταν θα έρθει η ώρα της πληρωμής. Τώρα που το σκέφτομαι είναι ανάλογο με τον έρωτα. Όσο πιο πολύ ερωτεύεσαι, τόσο περισσότερο πληρώνεις. Έκλεισα πάλι τα μάτια. Όσο κι αν προσπάθησα να το αποφύγω, η μορφή της πετάχτηκε ολοζώντανη μπροστά μου και το χαρούμενο γέλιο της σκέπασε του κόσμου τη βουή.
Θησείο. Ποιος νοιάζεται; Μια τέτοια μέρα του Ιούλη στη παραλία! Άργησα να ξυπνήσω και η παρέα είχε μαζευτεί. Οι πιο τολμηροί έκαναν ήδη μπάνιο. Πέρασα πρώτα από τη καντίνα για καφέ. «Ένα φραπέ σκέτο με τρία παγάκια». Κανένας άλλος καφές δεν μπορούσε να με επαναφέρει το πρωί. Ποιος φρέντο τώρα και ποιος φρεντουτσίνο. Αστεία πράγματα. Αυτά είναι ποτά για να τα πίνεις το βράδυ λίγο πριν κοιμηθείς. Τράβηξα μια γερή τζούρα και η καφεΐνη όρμησε μέσα μου σαν χιονοστιβάδα, παρασέρνοντας στο διάβα της όλα εκείνα τα μικροσκοπικά μυρμήγκια που με κρατούσαν βαρύ, ασήκωτο κι αγέλαστο. Στη δεύτερη τζούρα τη πρόσεξα. Πρώτη φορά στη παρέα, ήταν ξαπλωμένη στη πολυθρόνα και απολάμβανε τον ήλιο. Μάλλον ο ήλιος την απολάμβανε. Η θέα της σε έκανε αυτοστιγμή και πάραυτα οπαδό του δημιουργισμού. Όση συμπάθεια κι αν είχες στον Δαρβίνο, όσα επιστημονικά επιχειρήματα κι αν είχες πρόχειρα στο μυαλό, πήγαιναν όλα στράφι μόλις έβλεπες αυτά τα πόδια. Δεν μπορεί, αποκλείεται να έγιναν τυχαία, χωρίς σχέδιο. Μπορεί το σύμπαν να μην είχε ανάγκη από δημιουργό, όπως διακήρυξε πρόσφατα ο Χόκινγκ, όμως τούτο το κορμί ήταν κάτι παραπάνω από ένα σκοτεινό και απόμακρο σύμπαν.
Πετράλωνα,Ταύρος, Καλλιθέα. Μου πήρε τρεις σταθμούς για να μπορέσω να πάω παρακάτω τη σκηνή, να ξεκολλήσω από τη θέα της πρώτης οπτικής επαφής. Επιτέλους σηκώθηκε από τη πολυθρόνα για να μου συστηθεί. «Φανή» είπε και άπλωσε το χέρι. Μόλις αντίκρισα τα μάτια της, ήμουν απολύτως σίγουρος για την απόφαση που είχα πάρει. Ή θα τη κάνω δική μου ή θα πεθάνω.

Μοσχάτο. Απόγευμα και περπατάμε ξυπόλητοι στην άμμο. Το κύμα μας χαϊδεύει τα πόδια προσπαθώντας να πάρει κάτι από την αύρα μας. Οι γλάροι που μας ακολουθούνε δείχνουν ανέμελοι, εύκολα όμως θα διαπίστωνες πως αγωνίζονται με σθένος να κρύψουν τη ζήλεια τους. Της κρατάω το χέρι και νοιώθω την ανατριχίλα της στη θέα του ήλιου που επιτέλους αγκαλιάζει, κατακόκκινος από έξαψη, τη θάλασσα. Αισθάνομαι πως μπορώ να ακουμπήσω τον ορίζοντα και καταλαβαίνω πως έφτασα στον προορισμό μου. Την αγκαλιάζω κι εγώ. Τη κοιτάζω στα μάτια και της λέω: «Θέλω όλες τις δυσκολίες που θα μου φέρεις». Τη συμφωνία σφραγίζει ένα φιλί. Το πρώτο φιλί και πώς να το περιγράψω… Οι λέξεις, όποιες και να διαλέξω, σε όποια σειρά και να τις βάλω, αδυνατούν να αποδώσουν το μεγαλείο του έρωτα, γιατί τελικά όλος ο έρωτας είναι το φιλί. Είναι και όλα τα άλλα. Και οι μυρωδιές και τα χάδια και το πάθος αλλά χωρίς το φιλί είναι έννοιες που δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, παραπατάνε. Σταματάω τη πάρλα. Το βουλώνω. Τώρα το λόγο έχουν δυο χείλη κατακόκκινα. Που δεν μιλάνε, ευτυχώς!
Πειραιάς. Που στο καλό πήγε το Φάληρο;

*****

Φτάνω στο σπίτι. Αναρωτιέμαι, γιατί πάντα στην απώλεια αναπολούμε τις όμορφες στιγμές, αφού αυτό τη κάνει ακόμα πιο οδυνηρή. Μήπως δεν υπήρχαν άσχημες; Πολλές. Τότε; Απάντηση δεν είχα. Έβαλα ένα ποτό και άνοιξα το στερεοφωνικό. Ο Ντύλαν είχε τη δική του άποψη. The answer, my friend, is blowin in the wind. Η απάντηση είναι στο φύσημα του ανέμου; Ή μήπως την απάντηση τη πήρε ο άνεμος; Ανοίγω ασυναίσθητα το παράθυρο. Δεν κουνιέται φύλλο. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο κολλητός μου ο Γιάννης ρωτάει πώς είμαι. Τι περιμένεις να σου πω; Ότι πετάω στα σύννεφα; Έλα ξεκόλλα, ξέχνα την επιτέλους. Άλλαξε σελίδα! Ναι, αυτό θα κάνω…

Εύκολο να το λες. Έχεις όλη τη καλή διάθεση να το κάνεις και είσαι γεμάτος επιχειρήματα: Έλα μωρέ, χαθήκαν οι γυναίκες; Το μοναστήρι να ‘ναι καλά! Δηλαδή τι παραπάνω έχει αυτή; Όλες ίδιες είναι! Θα σε ρίξει κάτω μια γυναίκα; Η ζωή συνεχίζεται! Τα δύσκολα αρχίζουν όταν ξαπλώνεις στο καναπέ. Όταν εισβάλει στο οπτικό σου πεδίο και πάλι η μορφή της. Μόνο που τώρα πια δεν είναι μόνη. Είναι μαζί της κι εκείνος. Η σκέψη και μόνο ότι κάποιος άλλος την αγκαλιάζει, με πνίγει. Σηκώνομαι και πάω στο παράθυρο. Μια ριπή κρύου αέρα μου φέρνει ρίγος. Χωρίζουμε; Γιατί χωρίζουμε; Πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Και τα όνειρά μας, τα σχέδια, οι υποσχέσεις; Ο Ντύλαν επιμένει. Ο άνεμος. «Άστα να πάνε Μπομπ. Μας πήρε και μας σήκωσε!»
Τα αφήνω όλα και πάω στο κρεβάτι με την ελπίδα ενός γρήγορου και λυτρωτικού ύπνου. Σιγά μη με αφήσουν. Ο τύπος δεν μένει στο αγκάλιασμα. Συνεχίζει και ο πυρετός ανεβαίνει. Δεν με νοιάζει αν αυτός το ευχαριστιέται. Εκείνο που ρίχνει αλάτι στις πληγές είναι το δικό της αχ. Σαν τρέμει το κορμάκι της και σαν λιγοθυμάει. Είναι δυνατόν να είναι με άλλον και να το απολαμβάνει; Με κοιτάζει με εκείνο το πονηρό ύφος στο βλέμμα της. Είναι και παραείναι…
Αλλάζω πλευρό. Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα. Ακόμα χειρότερη.

Στιχοι
- Μουσική - Τραγούδι: Βασίλης Καζούλης

12 σχόλια:

Side21 είπε...

Το αγαπημένο τραγούδι
του γιόκα μου !!!
Τό 'χει ηχογραφήσει μάλιστα
σε πολύ καλή εκτέλεση ...

Βάσσια είπε...

Η επόμενη χειρότερη μέρα είναι καταδικασμένη να δώσει τη θέση της στην επόμενη καλύτερη.

Trust me
φυσική απόρροια.

Φιλιά
Καλή εβδομάδα

monahikoslikos είπε...

Γυνή, άστατος, άκαρδη και αιμοβόρα....

mamma είπε...

Είναι δυνατόν να είναι με άλλον και να το απολαμβάνει; Με κοιτάζει με εκείνο το πονηρό ύφος στο βλέμμα της. Είναι και παραείναι…

Α, την κ@ριόλ@!

agrampelli είπε...

«Θέλω όλες τις δυσκολίες που θα μου φέρεις»

.....

.....

Υπάρχουν ακόμη τέτοιοι άντρες έ;

(να πώ ακόμη πως, αυτό το θλιμμένο σου,με έριξε "στα πατώματα"...Απλά ΥΠΕΡΟΧΟ!)

Sissi Soko είπε...

ξέρεις Κούκε, αν σε αγαπάει αντλεί ενέργεια από παντού για να μπορεί να σου δώσει εσένα...

Ανώνυμος είπε...

Ακόμα και αν ο έρωτας πονάει κάποιες φορές,αξίζει να μας παίρνει στα φτερά του!!!!!!!!!!Να είσαι καλά Κούκε ,να μας γράφεις τρυφερές ιστορίες.Ν....

gvarvakis είπε...

Καλησπέρα φίλε μου!!! Ήθελα να ήξερα τι θα έκανες, αν τελειώναν τα τραγούδια...!!!! Μάλλον θα έγραφες δικά σου :)
Καλό απόγευμα Κούκε
Να είσαι καλά

Πάρμι Ρόουζ... είπε...

"..γιατί πάντα στην απώλεια αναπολούμε τις όμορφες στιγμές.." ίσως γιατί στον έρωτα το ειδικό βάρος των στιγμών είναι μεγαλύτερο από αυτό των οδυνηρών ..ίσως γιατί ακόμα κι οι άσχημες στιγμές είχαν την σφραγίδα του "εμείς" που έγινε εγώ ξανά..
Οι χειρότερες στιγμές δεν είναι αυτές που ζήσαμε άσχετα αν ήταν όμορφες ή άσχημες, αλλά οι στιγμές που δεν θα ζήσουμε, αυτές είναι που στοιχειώνουν το παράπονό μας..

Κούκος είπε...

Σας ευχαριστώ όλους και όλες!!
Αρκετά όμως με τα θλιμένα. Καιρός είναι να ασχοληθούμε και με τη τέχνη της μαγειρικής...

sofia είπε...

Ήταν μικρός ο καημένος!! Για πες σε μεγάλη ηλικία για -δυσκολίες που θα μου φέρεις!?_ Ετεροχρονισμένο το σχόλιο, αλλά...κάλλιο αργά παρά ποτέ!
Καλημέρα και πάλι

Anel είπε...

Εντάξει. Απλά εκπληκτικό!