Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φάνης



Αποκλείεται! Δεν πρόκειται να πάω. Η φωνή ακούστηκε μέσα του σίγουρη και αποφασιστική. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Ένα μικρό τρέμουλο στο χέρι του ήταν η αρχή της πρώτης αμφισβήτησης. Ρούφηξε με μανία τον καπνό. Πού να φτουρήσει. Αέρας κοπανιστός. Σκούρος, με μια υποψία γαλάζιου. Η λάβα που του έτρωγε τα σωθικά ήθελε άλλα πράγματα. Λευκοντυμένα. Πέταξε το τσιγάρο και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες προσπαθώντας απεγνωσμένα να σταματήσει το τρέμουλο. Το ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξεφύγει από το δόκανο της εξάρτησης. Γνώριζε, καλύτερα από τον καθένα, ότι αργά ή γρήγορα θα φανεί ο θηρευτής και αυτό το άθλιο πράγμα που ονόμαζαν ζωή θα είχε το τέλος που της άξιζε. Κι όμως την αγαπούσε τη ριμάδα, παρά το μαύρο χάλι της, που το έκαναν ακόμα πιο μαύρο οι λευκές νύχτες της στέρησης.
Δεν είχε και πολλούς λόγους να αιτιολογήσει αυτή την αγάπη. Το τελευταίο χάδι της μητέρας του λίγο πριν πεθάνει, το πρώτο φιλί μιας αγάπης που ποτέ δεν απογειώθηκε. Εκείνα τα μελιά μάτια, με το ανεπαίσθητο παράπονο, ήταν που του έδιναν μια δύναμη ανεξήγητη. Α, κι εκείνες οι κουβέντες του δάσκαλου που μιλούσαν για έναν κόσμο δίκαιο, χωρίς διακρίσεις. Μόνο που τώρα πια είχαν ξεθωριάσει. Σχεδόν ξεχαστεί. Η μεγάλη τους διαφορά ήταν η πίστη πως κάποτε τα μάτια θα τα ξανάβλεπε. Σε αντίθεση με τον κόσμο που όχι μόνο δεν θα γινόταν καλύτερος αλλά μέρα με τη μέρα χειροτέρευε. Όπως ακριβώς η ανάγκη του για τη δόση. Μια ανάγκη πέρα και πάνω από τις δυνάμεις του. Χτύπησε με λύσσα τη γροθιά του στο τοίχο του κελιού. Το ματωμένο χέρι και οι σοβάδες που έπεσαν από το ταβάνι δεν περιόρισαν αυτή του την ανάγκη ούτε στο ελάχιστο.
Εικόνες από το παρελθόν πετάχτηκαν μπροστά του ολοζώντανες:

- Έλα ρε μαλάκα, κωλώνεις;
Κοίταξε μια το στριφτό με το “πράμα” που του πρόσφερε ο φίλος του και μια τις κοπέλες που κάπνιζαν και ρέμβαζαν. Αυτό μας έλειπε τώρα, να κωλώσει.
- Ποιος, εγώ;
Πήρε στα χέρια του το τσιγάρο και προσπάθησε να φανεί ήρεμος. Μια έντονη φωνή μέσα του επιχείρησε να τον αποτρέψει να το κάνει. Είχε ακούσει τόσα και τόσα. Όμως πάλι, εδώ καπνίζουν ακόμα και οι γκόμενες. Έλα μωρέ, μια φορά θα δοκιμάσω να δω πως είναι και μετά τέρμα.

- Εγώ θα κρατάω τσίλιες στη γωνία, μπες από τον φωταγωγό και τράβα κατευθείαν στη κρεβατοκάμαρα. Εκεί τα έχει.

- Αφού σας το είπα εκατό φορές. Μόνος μου ήμουν.
- Άμα συνεργαστείς θα πέσεις στα μαλακά. Στο χέρι σου είναι. Μην γίνεσαι κορόιδο.

- Πρέζα έχεις κάνει καμιά φορά ή τη βγάζεις μόνο με σοκολάτα;
- Δεν έχω κάνει και ούτε πρόκειται να κάνω!
Ο ψηλός τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με ύφος παραξενεμένο.
- Καλά ρε δικέ μου. Πάσο. Άμα αλλάξεις γνώμη, σφύρα.


Σφύριξε, γαμώτο! Την ώρα που έβγαινε από το ψυχιατρείο της φυλακής μπόρεσε να συνειδητοποιήσει το τίμημα. Υποσχέθηκε στον εαυτό να αλλάξει. Ιδίως τώρα που δεν χόρταινε να βλέπει αυτό το βλέμμα. Τα μάτια τα μελιά. Έψαξε για δουλειά. Τζίφος. Σκόρπια μεροκάματα στη χάση και τη φέξη. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε. Το πάλεψε με νύχια και με δόντια. Ήταν η περίπτωσή του ξεχωριστή, έπεσε και στη κρίση. Τόσες απορρίψεις δεν τις άντεξε. Ξανακύλησε. Το κορίτσι παραπονέθηκε στην αρχή. Αμέσως μετά προειδοποίησε και στο τέλος έφυγε.
- Μείνε σε παρακαλώ. Θα αλλάξω στο ορκίζομαι. Άρρωστος είμαι αλλά θα γιατρευτώ. Μείνε!
Τα μελιά μάτια δάκρυσαν την ώρα του αποχαιρετισμού. Κάθε δάκρυ και μια ακόμα μαχαιριά στο τρυπημένο του κορμί. Θα αλλάξω! Άλλαξε προμηθευτή. Του έκανε και πίστωση. Τα χρέη τον έπνιξαν. Τράπεζα τούτη τη φορά, να πιάσει τη καλή, να ξεμπλέξει μια για πάντα. Έμπλεξε για τα καλά. Και τώρα χωρίς φράγκο στη τσέπη δεν έχει δόση.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Άλλη μια λευκή νύχτα έκανε την απειλητική της εμφάνιση. Κρατούσε από το χέρι τον μικρό της γιο, τον Πυρετό και μόλις πέρασε τα κάγκελα τον άφησε να τρέξει χαρούμενος στο φίλο του τον Φάνη. Ο μεγάλος της γιος, ο Πόνος, ήρθε μόνος του μετά από λίγο. Δεν είπε ούτε ένα γεια. Έπιασε αμέσως δουλειά. Στομάχι, χέρια, πόδια. Δουλευταράς, τι να λέμε τώρα. Αποκλείεται! Δεν πρόκειται να πάω. Το επανέλαβε πάλι κι ας ήξερε καλά πως αύριο το πρωί θα πήγαινε. Δεν παλεύεται ο καριόλης…
Ο άντρας πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα. Τα γένια του, αξύριστα για μέρες, τον έδειχναν μεγαλύτερο. Τα μάτια του τον περιεργάζονταν από πάνω μέχρι κάτω. Είχε κάτι το πρόστυχο τούτη η ματιά που του έφερε ανατριχίλα. Ο τύπος χαμογέλασε και φάνηκαν τα κίτρινα δόντια του.
- Και με τι θα με πληρώσεις;
- Περιμένω κάτι λεφτά… Σε μια βδομάδα…
- Ένα χιλιάρικο τα πέντε γραμμάρια.
- Τόσο πολλά;
- Έχει το ρίσκο της η δουλειά στη στενή.
- Εντάξει.
- Πρόσεξε. Άμα περάσει η βδομάδα και δεν με πληρώσεις, εγώ θα πληρωθώ.
- …


Φωτιά. Κουτάλι και βελόνα. Τα λίγα δευτερόλεπτα που χρειάζονται για να ετοιμαστεί η δόση του φαίνονται αιώνας. Τρυπιέται. Πριν ακόμα αδειάσει η σύριγγα νοιώθει τη διαφορά. Η ζεστασιά μέσα του τον πλημμυρίζει. Οι πόνοι, οι σκοτούρες, η μοναξιά, όλα εξαφανίζονται. Νοιώθει άλλος άνθρωπος, γεμάτος σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Ο χρόνος τώρα πια κυλάει γρήγορα. Το ταξίδι για τους ψεύτικους κόσμους καλά κρατεί. Για πόσο; Μέχρι που θα αρχίσει να τρέμει από το κρύο κι ας βράζει το σύμπαν από τη ζέστη του καλοκαιριού. Μέχρι την επόμενη φορά. Και τη μεθεπόμενη.
Ο Φάνης βάδιζε στον άδειο διάδρομο όταν τους είδε. Ήταν τρεις, ο τύπος και δυο μπράβοι. Του κόπηκαν τα πόδια. Κοντοστάθηκε. Πίσω του η αποθήκη και ο τοίχος. Προσπάθησε να φανεί ήρεμος.
- Η βδομάδα πέρασε. Τα λεφτά μου μικρέ.
- Αύριο τα περιμένω. Σίγουρα.
- Λυπάμαι, αλλά θα με πληρώσεις τώρα, είπε ο τύπος χαμογελώντας και κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του.
Ο Φάνης τους επιτέθηκε πρώτος σε μια προσπάθεια να τους αιφνιδιάσει. Δέχτηκε τη πρώτη γροθιά στο σαγόνι και παραπάτησε. Συνέχισε να παλεύει, να χτυπάει, να δαγκώνει. Η δεύτερη γροθιά στο κεφάλι τον ζάλισε και η τρίτη στο στομάχι τον έκανε να διπλωθεί στα δύο. Ένοιωσε, μισοζαλισμένο, να τον κουβαλούνε σαν άδειο σακί στην αποθήκη. Να του κατεβάζουν το παντελόνι.
- Όχι ρε πούστη μου! Όχι αυτό!!

Είναι στο κελί του ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κλαίει σαν μικρό παιδί... Τούτη η ντροπή ξεπλένεται μόνο με αίμα. Κρατάει σφιχτά στο χέρι του το κοπίδι. Τα δάκρια στερεύουν. Ώρα είναι. Το αίμα πετάγεται σαν σιντριβάνι και τα βάφει όλα κόκκινα. Σαν να ‘τανε γιορτή. Βγαίνει από μέσα του και παίρνει μαζί του βάσανα, σκοτούρες, ντροπές. Λίγο πριν “φύγει” τα είδε. Ήταν τα μάτια τα μελιά. Του φάνηκε σαν να του έγνεψαν με νάζι.


Στίχοι - Μουσική - Τραγούδι: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

19 σχόλια:

demetrat είπε...

Μη διανοηθείς ,ούτε γιά μιά στιγμή να σταματήσεις να γράφεις.
δ

agrampelli είπε...

...ούτε για αστείο!
(σε σχέση με το σχόλιο της δ)

Δεν έχω λόγια...

νατασσΆκι είπε...

....
δεν έχω τι να πω, πονάει το θέμα και το ξέρεις
κι αυτό που έγραψες είναι τόσο καλό, που δεν βγαίνουν λέξεις -και τι να πεις για τους "Φάνηδες" γύρω μας..

Φιλί, (ξ)αδερφούλη
και.. μην τολμήσεις!
(για να τριτώσει η "απειλή" ;) )

ΣΠΙΘΑΣ είπε...

Μπράβο.
..δυο φορές, μπράβο σου.

Orelia είπε...

βρε μπαγάσα!!!...
τι να σου πω;
δεν ξέρω γιατί μουρχονται σοτ μυαλό οι φωτογραφίες σου με τα ηλιοβασιλέματα

μπράβο!

η κοπέλα με το καναρινί φόρεμα είπε...

Ο Φάνης. Ναι, ακριβώς. Ο Φάνης. Μέχρι και το όνομα. Ναι ο Φάνης.

....

Κάτι πρέπει να κάνουμε. Η γραφή είναι μια καλή αρχή. Ας μην μείνουμε μόνο εκεί. Ο καθένας με τον τρόπο του.


Καλό σου απόγευμα κούκε μου.

Roadartist είπε...

..Συμφωνώ με την καναρένια.. Ας κάνει κάτι ο καθένας με το τρόπο του.. Καλησπέρα κούκε μου..

Βάσσια είπε...

Καμιά φορά το "αφού το κάνουν όλοι" οδηγεί τον διαφορετικό άνθρωπο σε διαφορετικό δρόμο...... κάποιους χωρίς επιστροφή.

Κούκε
Καλό σου βράδυ
:-)

Αστοριανή είπε...

...σύγχρονη γλώσσα,
καλογραμμένο...
Γεια σου Δημήτρη,
Υιώτα
αστοριανή
ΝΥ

σταγόνα είπε...

είπε.. μας ομορφαίνει η λύπη... ίσως γιατί μας μοιαζει..
παρόλα αυτά εύχομαι να μην είναι η λύπη που σε ενέπνευσε να γράψεις αυτά τα υπέροχα "θλιμμένα"..
καλησπέρα :)

Freedula είπε...

Από τα καλύτερά σου! Τρόμαξα, ενιωσα, φοβήθηκα, ημέρεψα. Γιατί ενας κατάδικός μας Φάνης μπορεί... και οφείλουμε να αγαπάμε και να λυτρώνουμε...

και το τραγούδι λατρεμένο μου...

sofia είπε...

Πόσα και πόσα παιδιά..άδικα..άδικα χάνουν τη ζωή τους...πολύ πίκρα, κυρίως ότα ξέρεις προσωπικά μερικά από αυτά. Όμως ξέρω και άλλα, που τα κατάφεραν και σώθηκαν και συγκινούμαι κάθε φορά που τα βλέπω.
Κοιτάω με αγωνία στα μάτια τους α δω..και κείναι είναι καθαρά και αιδιόδοξα...
Καλημέρα Κούκε! Keep wriring!

Side21 είπε...

Μας έλειωσες ρε φίλε ...
Κι όμως περνάμε από δω ...
και θα περνάμε ξανά και ξανά ...
όποτε ανεβάζεις νέα ανάρτηση ...
"Εξάρτηση" βλέπεις - που θάλεγε ...
κι ο φίλος μας ο "Φάνης" !!!

marilia είπε...

Αυτή η ανατριχίλα είναι δείγμα ικανότατης γραφής, σωστά; :)

φιλάκι

Μηθυμναίος είπε...

Εσύ, φίλε μου Δημήτρη, δεν γράφεις… εσύ ζωγραφίζεις και μάλιστα καταπληκτικά!
Το κατέχεις το πράγμα, κάνεις να στενάζει το πληκτρολόγιο μαζί και την καρδιά μας!
Με λίγα λόγια είσαι απλόχερος, δε λυπάσαι τα υλικά. Έχεις ταλέντο πώς να το κάνουμε… Άκου και τις φίλες τι σε συμβουλεύουν.
Όσο για «το ταξίδι για τους ψεύτικους κόσμους καλά κρατεί»…

Υποκλίνομαι!!!

ΑΓΓΕΛΙΚΗ είπε...

Μπήκα να πω μια καλημέρα και καλώς σας βρήκα. Δεν διάβασα, λόγω χρόνου, αλλά θα ξαναγυρίσω. Κρίμα που δεν έλαβα απάντηση για την κριτική που σου είχα στείλει στις 6-10-10,μήπως δεν την έλαβες.Μη χάνεσαι.

KitsosMitsos είπε...

Ωραίος! Δυστυχώς για τους πρωταγωνιστές, βέβαια.

fractal είπε...

Καλή σου ημέρα...
Τι να πω.
Ξερεις εσύ πως γίνεται, όταν δεν μπορείς να μιλήσεις, γιατί δεν εχεις κατι να πεις.
Κόμπος σφιχτός οι λέξεις.

Κούκος είπε...

Σας ευχαριστώ. να είστε όλοι καλά!
Συνεχίζουμε...