Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009

Κρίση στο κρεβάτι

Ο Άρης Αποστόλου τραβούσε ζόρια αυτό τον καιρό. Η οικονομική κρίση τον πέτυχε σε μια περίοδο που είχε μεγάλα ανοίγματα στη δουλειά του. Έπρεπε με κάθε τρόπο να μειώσει τις δαπάνες, να περικόψει όλα τα περιττά έξοδα και να περιορίσει πάση θυσία τον υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό. Για πρώτη φορά στη μακρόχρονη επιχειρηματική του δραστηριότητα αντιμετώπιζε την απειλή της πτώχευσης. Είχε πέσει με τα μούτρα σε αυτή τη προσπάθεια και δεν είχε χρόνο (όρεξη;) για άλλες δραστηριότητες.
Σταδιακά είχαν ψαλιδιστεί οι έξοδοι σε σημείο μηδενισμού και ο Αποστόλου περνούσε τα απογεύματα και τα βράδια σπίτι, συντροφιά με τη γυναίκα του Μαριάνθη. Ώρες ατελείωτες βρισκόταν καθισμένος στο γραφείο παρέα με τον υπολογιστή και προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η Μαριάνθη, πάντα διακριτικά, πάσχιζε να του συμπαρασταθεί. Του έφερνε καφέδες, φρούτα, παγωτό, τα έβαζε στο γραφείο του και αποχωρούσε βιαστικά προσπαθώντας να μην ενοχλεί. Είχε και αυτή τις έγνοιες της. Ο Ιούνης τελείωνε και μαζί του όλα τα σήριαλ της τηλεοπτικής χρονιάς. Πήγαινε στο σαλόνι και παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον τις εξελίξεις. Πολλές φορές σκούπιζε ένα δάκρυ που κυλούσε απαλά στο μάγουλό της. Μετά πήγαινε για ύπνο.
Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο πλήθαιναν οι επισκέψεις της Μαριάνθης στο γραφείο και λιγόστευαν τα ρούχα που φορούσε. «Λόγω ζέστης» σκέφτηκε ο Αποστόλου και συνέχισε τη δουλειά του. Σταδιακά άρχισαν και οι επαφές. Ένα τυχαίο άγγιγμα, ένα τρίψιμο ώμου συμπαράστασης, ένα αγκάλιασμα υποστήριξης. Αργούσε και να κοιμηθεί. Ο Αποστόλου, που στην αρχή δεν είχε δώσει σημασία, μετά από τόσα μηνύματα πήρε (επιτέλους!) το μήνυμα. Έβαλε τα πράγματα κάτω (ως συνήθως) και χάραξε πορεία. «Άρη αγόρι μου, δεν μπορείς να το αποφεύγεις για καιρό. Πρέπει να βγάλεις την υποχρέωση. Πάει η εποχή που την έβγαζες αγοράζοντας καινούρια τηλεόραση. Τώρα, εκτός από το γεγονός ότι έχεις ήδη αγοράσει την πιο μεγάλη σε ίντσες και την πιο λεπτή σε πάχος, δεν είναι καιρός για τέτοια έξοδα» είπε μέσα του. «Πρέπει να το κάνεις» αποφάσισε και της τσίμπησε απαλά το κωλομέρι. Η Μαριάνθη κοκκίνισε, του είπε ναζιάρικα «μα τι κάνεις;» και τράβηξε για τη κρεβατοκάμαρα. Ο Αποστόλου έκλεισε τον υπολογιστή και έκανε ένα κρύο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στο καθρέφτη, γέμισε αυτοπεποίθηση και πήγε με βήμα σίγουρο και αποφασιστικό για να την βρει.
Μετά από πολύ προσπάθεια και όλα τα προκαταρκτικά που έχει ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους, κατάφερε να σταθεί στο ύψος του. Την ώρα που ήταν έτοιμος για την κατάκτηση του κάστρου και ενώ σκεφτόταν τον Μέγα Αλέξανδρο και την πολιορκία της Τύρου, πέρασε μπροστά από τα μάτια του ένα μικρό χαρτί που ολοένα μεγάλωνε μέχρι που κάλυψε το οπτικό του πεδίο. Θέλοντας και μη το είδε, ήταν το χαρτί της εφορίας για την περαίωση. Είδε το ποσό που του ζητούσαν (οι αθεόφοβοι) και ο πολιορκητικός κριός έντρομος κι αυτός μαζεύτηκε και έγινε πάραυτα αρνάκι.
Έπεσε στο κρεβάτι ξεφυσώντας. Η Μαριάνθη προσπάθησε να τον παρηγορήσει, συμβαίνουν αυτά σε όλους τους άνδρες και τα έκανε χειρότερα, που ξέρεις εσύ για τους άλλους άντρες, αμάν πια με αυτές τις ερωτήσεις σου η τηλεόραση τα λέει, μα να συμβεί σε μένα;

Ο Αποστόλου, άνθρωπος της δράσης, σκέφτηκε για πρώτη φορά τo βιάγκρα. Είχε ακούσει και διαβάσει διάφορα, αλλά τα προσπερνούσε απαξιωτικά, αυτά είναι για τους άλλους. Θα ρωτούσε όμως το γιατρό του γιατί το συγκεκριμένο φάρμακο είχε και παρενέργειες. Ο Νίκος Αργυρίου, προσωπικός του γιατρός και φίλος, αφού τον άκουσε προσεκτικά, ήταν ανένδοτος: «Δεν χρειάζεσαι βιάγκρα, άσε που έχει επιπλοκές στη καρδιά και δεν το συνιστώ για σένα, το δικό σου πρόβλημα είναι ψυχολογικό. Την λύση δεν θα τη βρεις στη χημεία, αλλά στη θεραπεία της ψυχής. Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας καλός ψυχολόγος». Ο Αποστόλου τα χρειάστηκε, τι λένε τώρα στο ψυχολόγο, και άμα είναι γυναίκα; (ξευτίλα!) Είχε όμως τυφλή εμπιστοσύνη στον Αργυρίου και δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Έπρεπε να ακολουθήσει τη συμβουλή του. «Θα ψάξω τη Δευτέρα για ψυχολόγο».

Την Κυριακή το βράδυ, αφού τελείωσε όλες τις δουλειές, άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Είχε περάσει η ώρα όταν πήρε στα χέρια του το ένθετο περιοδικό, το Έψιλον. Πάντα το ξεκινούσε από τη τελευταία σελίδα για να διαβάσει τον Αρκάς, αυτόν τον σπουδαίο γελοιογράφο. Κουρασμένος φυλλομετρούσε το περιοδικό όταν το μάτι του σταμάτησε στη σελίδα πενήντα δύο. Ο τίτλος του άρθρου τον τράβηξε σαν μαγνήτης: Στην εποχή της ύφεσης, η κρίση στο ντιβάνι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο άρθρο και διαπίστωσε ότι ήταν τοποθετήσεις διακεκριμένων Ελλήνων ψυχιάτρων και ψυχολόγων που αναφέρονταν στην οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της στην ψυχή (και στο κρεβάτι). Αμέσως του έφυγε η κούραση και νύστα. «Εδώ είμαστε δικέ μου» είπε και έπεσε με μούτρα στη μελέτη. Ρούφηξε κυριολεκτικά όλες τις τοποθετήσεις. Αυτό που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το άρθρο του καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Στέλιου Στυλιανίδη, με τίτλο:

«Αντιμέτωποι με ένα σύγχρονο κοινωνικό κραχ»

Μέσα από ερευνητική τεκμηρίωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έχει παρατηρηθεί ότι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων διεθνώς ήδη έχουν επηρεαστεί από ψυχολογικά προβλήματα (κατάθλιψη ή διπολικές διαταραχές) και η τρέχουσα κατάρρευση της αγοράς θα μπορούσε να εντείνει τα αισθήματα απόγνωσης όσων είναι ευάλωτοι στις ανωτέρω ασθένειες. ….
….Η εργασία αποτελεί μια υψηλού επιπέδου πολιτισμική– συμβολική – φαντασιακή αξία στον δυτικό κόσμο. Η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν δημιούργησε συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης, αλλά πολύ περισσότερο δημιούργησε ένα σύνθετο κοινωνικό κραχ που αποδομεί όλη την αλυσίδα αξιών γύρω από την εργασία….
…. Τι μπορούμε να κάνουμε; Πέρα από τα μείζονα διακυβεύματα της οικονομικής πολιτικής και της ανασυγκρότησης του κράτους πρόνοιας, είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη του κοινωνικού τομέα και του ανθρώπινου δυναμικού μέσα από μια νέα κουλτούρα σχέσεων με την εργασία, που αναδεικνύει αξίες κοινωνικής αλληλεγγύης, επένδυσης στην τράπεζα ελεύθερου χρόνου των πολιτών σε κοινωνικές δραστηριότητες με νόημα. Δημιουργία ενός ευρέος δικτύου ψυχοκοινωνικής στήριξης από ομάδες ειδικών, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση.
Στο επίπεδο της οικογένειας παρατηρείται η κατάρρευση του αρχετυπικού ανδρικού ρόλου (προστάτης, κουβαλητής, φορέας ασφάλειας), με αποτέλεσμα το όλο σύστημα να δυσλειτουργεί ή να καταρρέει παράγοντας - αναδεικνύοντας λανθάνοντα οικογενειακά προβλήματα, περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, ευαλωτότητα όλων των μελών της οικογένειας. Εύστοχα καταλήγει ο Ζ. Bauman ότι «το δήθεν αυτόνομο και ανεξάρτητο υποκείμενο δεν είναι τίποτα άλλο από το άθροισμα των αγοραστικών του επιλογών». Αυτό είναι που θα πρέπει να αλλάξουμε ως κοινωνία και ως άτομα.

Ο Αποστόλου διάβαζε και ξαναδιάβαζε το άρθρο του καθηγητή και κάθε φορά το εύρισκε καλύτερο. Πλήρες τεκμηριωμένο, έβαζε τα πράγματα στη σωστή κοινωνικοπολιτική και οικονομική διάσταση. Το δικό του συμπέρασμα ήταν ότι έπρεπε να παλέψει για τα κοινωνικά προβλήματα από κοινού με τους συνανθρώπους του «για να αλλάξουμε ως κοινωνία και ως άτομα». Ξαφνικά κάτι σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό του. «Αυτό είναι! Πρέπει να (ξανα)γίνω κομμουνιστής». Θυμήθηκε τα νιάτα του, τότε που δούλευε στις οικοδομές και μετά τη δουλειά όλο το απόγευμα μέχρι το βράδυ έτρεχε για το κόμμα και τα μεσάνυχτα μετατρέπονταν σε αχαλίνωτη μηχανή του σεξ. «Μπορεί να μην ήταν μόνο η ηλικία, να είχε κάτι ο χώρος που εκτόξευε τις επιδόσεις στα ύψη. Να θυμηθώ να ρωτήσω τον Γιώργη που είναι ενεργός».
Άφησε κατά μέρος τις σκέψεις. Είχε πράγματα να κάνει. Πήρε τη σκάλα και ανέβηκε στο πατάρι. Μετά από πολύ προσπάθεια και αφού γέμισε σκόνη βρήκε τη κούτα που ήθελε. Την κατέβασε, την καθάρισε από τις αράχνες και την άνοιξε με ευλάβια. Άρχισε να βγάζει βιβλία έξω. Πάνω πάνω ήταν τα λογοτεχνικά. Τα σταφύλια της οργής του Τζον Στάιμπεκ σε μαύρο σκληρό εξώφυλλο με χρυσά γράμματα. Ο ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι σε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο. Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο του Τζον Ριντ σε μαλακό εξώφυλλο. Ακολούθησαν και άλλα μικρά βιβλία, όλα θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μετά βγήκαν τα πρώτα πολιτικά, όλα με σκληρά εξώφυλλα. Η ιστορία του ΚΚΣΕ, το Κεφάλαιο, η Διαλεχτική της Φύσης. Συνέχισε το ψάξιμο μέχρι που τα χέρια του έπιασαν με συγκίνηση ένα μικρό και ταπεινό βιβλίο από τις εκδόσεις Θεμέλιο: Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γεμάτος έξαψη άρχισε να διαβάζει:
«Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη:» Η αναπνοή του βάρυνε, το σώμα του ηλεκτρίστηκε, η καρδιά του χοροπήδησε σαν τρελή. Ένοιωσε τη θερμοκρασία να ανεβαίνει, ένα βουβό κύμα να τον ξεσηκώνει. Συνέχισε το διάβασμα με δυσκολία. «Το φάντασμα του κομμουνισμού». Η λίμπιντο χτύπησε ταβάνι.
- Μαριάνθη! φώναξε στη γυναίκα του.
- Τι θέλεις νυχτιάτικα;
- Ετοιμάσου μωρό μου, σου ΄ρχομαι!!

Πέμπτη, 11 Ιούνιος 2009

Θαλασσοδαρμένα βάθη


Ήταν μια μέρα συνηθισμένη, (έλα!) από αυτές που έρχονται και παρέρχονται και χάνονται στη λήθη της περασμένης σου ζωής. Όλα μονότονα και ανιαρά σε σημείο που να βαριέσαι ακόμα και να τα περιγράψεις. Μόνο ο βοριάς είχε κέφια.
Ο Πέτρος έκλεισε το παράθυρο του αυτοκινήτου για να αποφύγει τη σκόνη. Η αλήθεια είναι ότι η πραγματικότητα που ζούσε ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που είχε φανταστεί. Γόνος μιας πλούσιας οικογένειας εισοδηματιών, βρέθηκαν τη δεκαετία του εξήντα με μια πολυκατοικία και πέντε μαγαζιά στη Νέα Ιωνία, εκεί που ο παππούς του είχε ένα τεράστιο χωράφι που το καλλιεργούσε με λαχανικά. Ο πατέρας του είχε φροντίσει για τη μόρφωσή του στα καλύτερα σχολεία. Λεόντειο λύκειο, πανεπιστήμιο Οξφόρδης, μεταπτυχιακά στο Γέιλ. «Θα σε κάνω ηγέτη» έλεγε όλο καμάρι και τώρα απολάμβανε τους καρπούς της προσπάθειάς του.
Ο Πέτρος μόνο ηγέτης δεν αισθανόταν. Η δουλειά του βέβαια ήταν καλή και κυρίως καλοπληρωμένη και η θέση του στην επιχείρηση σπουδαία. Διευθυντής παραγωγής σε μια ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη εταιρεία στο κλάδο των τροφίμων. Ήταν όμως στη σκιά του πατέρα αφέντη, του ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Οποιαδήποτε πρωτοβουλία του σκόνταφτε στη στενοκεφαλιά του. Κάθε φορά που άπλωνε τα φτερά του, με σχέδια καινοτόμα και πρωτοποριακά, ερχόταν ο αφέντης να τον προσγειώσει ανώμαλα, με μια κρυφή χαρά που φανέρωνε ότι το απολάμβανε. Είδε και απόειδε και συμβιβάστηκε. Όπως συμβιβάστηκε και με την Καλή, την αγαπημένη του. (Λέμε τώρα). Σε τέτοιο επίπεδο σπουδών, η μόρφωσή του ήταν πολύπλευρη. Δεν έμεινε μόνο στο αυστηρό πλαίσιο των εκάστοτε μαθημάτων. Είχε διαβάσει πολύ λογοτεχνία από όλο τον κόσμο και είχε φανταστεί (ονειρευτεί;) κάπως αλλιώς την αγάπη. Και εδώ, όπως και στη δουλειά του, διαπίστωσε με κόστος ψυχικό πως απέχει πολύ η θεωρία από την πράξη.
Καθισμένος στο γραφείο του και χαμένος στα χαρτιά και τις σκέψεις του, αναπήδησε στο άκουσμα του κινητού.
- Ο κύριος Δημητρίου; άκουσε την άχρωμη γυναικεία φωνή.
- Ο ίδιος, απάντησε.
- Σας καλούμε από το Σισμανόγλειο νοσοκομείο. Τα αποτελέσματα της βιοψίας σας είναι έτοιμα. Μπορείτε μέχρι τις δύο το μεσημέρι να τα πάρετε.
- Μπορείτε να μου πείτε πως είναι; ρώτησε με φανερή την αγωνία στην φωνή του.
- Δεν λέμε από το τηλέφωνο, μας το απαγορεύουν, ακούστηκε το ίδιο άχρωμα η φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.
Παράτησε τις δουλειές του και έτρεξε στο αυτοκίνητο. Η τηλεφωνήτρια στην αίθουσα υποδοχής του χαμογέλασε, ούτε που την είδε. Στην αυλή του εργοστασίου η άνοιξη είχε ωριμάσει για τα καλά, ούτε που το πρόσεξε. Βγήκε με τις πάντες στον κεντρικό δρόμο χωρίς να κοιτάξει. Λάστιχα που στριγγλίζουν σερνόμενα στην άσφαλτο και βρισιές ακούστηκαν, σημασία δεν έδωσε.
Στο δρόμο η κίνηση ήταν απελπιστική αλλά δεν το κατάλαβε. Ο επίμονος βήχας. Αυτό τον είχε ταρακουνήσει και πήγε στον πνευμονολόγο. Στην απώλεια βάρους δεν είχε δώσει σημασία, ίσα που του άρεσε. «Αφού μου είπε να μην ανησυχώ. Αυτή η γαμημένη η εξέταση, πως την είπε; Βροχοκόπωση, όχι βρογχοσκόπηση, θα ήταν τελείως τυπική και η βιοψία ρουτίνα, έτσι για να μη μείνει καμιά υποψία, γιατί πανικοβάλλομαι;» Έφτασε χωρίς να το καταλάβει στο νοσοκομείο. Εκεί, ένας ολόκληρος κόσμος που ποτέ δεν θυμόμαστε ότι υπάρχει, ζει στο δικό του ρυθμό. Νοσοκόμοι και γιατροί αδιάφοροι, προσπερνάνε δίχως να νοιάζονται για τα δράματα που συμβαίνουν εκατοστά δίπλα τους.
Περιμένει στη σειρά. Μια μωρομάννα προσπαθεί να ηρεμήσει το παιδί της που κλαίει. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με φανερά τα σημάδια από τις κακουχίες, επιχειρεί στα κρυφά να σκουπίσει ένα δάκρυ. Ένας απόμαχος της ζωής γύρω στα εβδομήντα (ογδόντα;) κοιτάζει με χαμένο βλέμμα το ταβάνι. Είναι από τις σπάνιες φορές που σε μια σειρά δεν μιλάνε, δεν σχολιάζουν τα κακώς κείμενα, δεν βρίζουν. Ο Πέτρος κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος λάμπει προκλητικά και του χειροτερεύει ακόμα πιο πολύ τη διάθεση.

Ο Πέτρος επιστρέφει. (Επιστρέφει;) Είναι στο αμάξι αλλά ο δρόμος που ακολουθεί είναι ο αντίθετος από αυτόν που πάει στη δουλειά του. Πάει στη θάλασσα, τη μεγάλη και διαχρονική αγάπη της ζωής του. Έχει από μικρό παιδί ανακαλύψει μια συστάδα βράχων και του αρέσει να κάθεται εκεί και να αγναντεύει. Ανοίγει το ράδιο. Το τραγούδι τελειώνει. (Τον τελειώνει;)


Έχει φτάσει και ανεβαίνει στον αγαπημένο του βράχο. Το βαθύ λουλακί της θάλασσας ενώνεται με το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ουρανού στο βάθος του ορίζοντα που είναι πράγματι στρογγυλός. (Ποιος νοιάζεται;) Ο βοριάς έχει αγριέψει την αγαπημένη του. Στέλνει ένα τεράστιο κύμα (για να τον υποδεχτεί;) που σκάει με έναν υπόκωφο κρότο την ώρα που το νερό καλύπτει τις σχισμές των βράχων. Κάτασπροι αφροί τον ραντίζουν και τον ηρεμούν. Το νερό, ψάχνει για διέξοδο, ο βράχος αντιστέκεται αιώνες τώρα, τη βρίσκει στη σπηλιά που είναι κάτω χαμηλά, στην θαλασσογραμμή. Ορμάει ακάθεκτο μέσα, με έναν αρχέγονο ήχο που θυμίζει δημιουργία, εκτονώνεται και ηρεμεί και έτσι ήσυχο επιστρέφει ξανά στην αγκαλιά της.
«Ψέματα! Η απόδραση στον ήλιο και την γνώση είναι ουτοπία. Οι μεγαλεπίβολες ιδέες του Πλάτωνα, είναι αυταπάτη. (Απάτη!) Πίσω στη σπηλιά και στις σκιές. Μπορεί να μην μάθω ποτέ τον κόσμο και να ζω σαν φυλακισμένος, αλλά θα με πάρει η θάλασσα μαζί της. Και τούτο το ταξίδι αξίζει τον κόπο». (Αλήθεια!)

Κυριακή, 24 Μάϊος 2009

Ωόν τίλλεις. Πλούταρχος. (Πάρ΄ τ΄ αυγό και κούρευ΄ το)


Όταν ήμουν πολύ μικρός, μου έκανε εντύπωση μια ιστορία που διηγήθηκε η γιαγιά μου, ένα καλοκαιρινό βράδυ στο σοκάκι της γειτονιάς μας. Εκεί είχαν μαζευτεί οι γυναίκες από τα γύρω σπίτια, όπως κάθε βράδυ, και άκουγαν με ιδιαίτερη προσοχή. Η γιαγιά μου είχε έναν γοητευτικό τρόπο να διηγείται μια ιστορία, ένα παραμύθι, ένα κουτσομπολιό. Όταν τελείωσε οι γυναίκες ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Εγώ δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα. Παρ΄ όλες τις επίμονες ερωτήσεις στη μητέρα μου, απάντηση δεν πήρα. «Θα καταλάβεις άμα μεγαλώσεις» ήταν η απάντησή της. Και πράγματι μεγάλωσα και κατάλαβα. Κατάλαβα το μεγαλείο ενός λαού, που παρά τις τεράστιες δυσκολίες της ζωής όπως ήταν τότε η τουρκοκρατία και η μεγάλη φτώχεια, παρά τα εμπόδια του πουριτανισμού και της θρησκοληψίας, εύρισκε τον τρόπο να πορεύεται με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Πάμε λοιπόν στην ιστορία.
Ο κάθε τόπος έχει τα έθιμά του, πολλά από τα οποία είναι ανεξήγητα και παράξενα και τα ίχνη τους χάνονται στα βάθη των αιώνων. Ένα τέτοιο παράξενο έθιμο στον Πολυχνίτο ήταν και τούτο. Λίγο πριν το γάμο, ο γαμπρός έπρεπε να ερωτηθεί για την προτίμησή του στο επίμαχο σημείο της γυναίκας. Αν το προτιμάει δηλαδή ξυρισμένο ή αξύριστο. Η ερώτηση βεβαίως δεν γινόταν απευθείας, είχε το τελετουργικό της. Την παραμονή του γάμου, στο τραπέζι που έκαναν στο γαμπρό, έβαζαν σε ένα πιάτο δυο αυγά βρασμένα. Το ένα ξεφλουδισμένο και το άλλο με τα τσόφλια του. Ο γαμπρός, που στο μεταξύ είχε μυηθεί στο κόλπο από τους μεγαλύτερους, διαλέγοντας αυγό, θα έδειχνε και την προτίμησή του. Με το ξεφλουδισμένο θα το προτιμούσε ξυρισμένο, με το άλλο αξύριστο.
Μετά το φαγητό, γυναίκες έπαιρναν τη νύφη και πήγαιναν με πομπή στα λουτρά για να την λούσουν και να την αλείψουν με μυρουδικά, να την χτενίζουν και να την ντύσουν. Εκεί λοιπόν θα γινόταν και ή άλλη διαδικασία, αν θα γινόταν. Γιατί η αλήθεια ήταν ότι οι ντόπιοι το προτιμούσαν φυσικό.
Τούτη τη φορά όμως ο γαμπρός ήταν ξένος. Ο Κωνσταντής ήταν ένα παλληκάρι δυο μέτρα. Είχε σπουδάσει γιατρός. Ο προηγούμενος γιατρός του χωριού, είχε αποσυρθεί λόγω γήρατος, και η Δημογεροντία πήγε στην Αθήνα και προσέλαβε τον Κωνσταντή. Με το που εμφανίστηκε στο χωριό, έγινε πάταγος. Ο πιο περιζήτητος γαμπρός. Τα προξενιά πήγαιναν και έρχονταν, μαζί με τα δώρα. Γαλιά, κοκόρια, κατσίκια, τυριά. Ότι φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Ο Κωνσταντής όμως βράχος, τα απέρριπτε όλα.
«Εγώ είμαι προσωρινός εδώ, σύντομα θα φύγω. Αλλά και να μείνω, τη γυναίκα που θα παντρευτώ θα τη διαλέξω μόνος μου» έλεγε στις προξενήτρες και επέστρεφε πίσω τα δώρα.
Ο καιρός πέρασε και ο Κωνσταντής, σοβαρός επιστήμονας και καλός άνθρωπος, είχε γίνει πολύ αγαπητός σε όλο το χωριό. Σε μια από τις επισκέψεις του, στην απομακρυσμένη συνοικία στις παρυφές του χωριού, την είδε για πρώτη φορά. Ήταν μια ψιλόλιγνη κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά, πλεγμένα πλεξούδες. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών. Είχε σκύψει στο πηγάδι και ανέσυρε με τον κουβά νερό. Οι κινήσεις της ήταν αέρινες και ίδια ήταν ατημέλητη και αθώα, μια πραγματική αποκάλυψη, σαν το κελάιδισμα ενός αηδονιού σε μια σύναξη κοράκων. Ο γιατρός έμεινε ώρα πολύ και παρακολουθούσε εκστασιασμένος. Μόλις είδε σε πιο σπίτι μπήκε, κίνησε για το ιατρείο του. Έστειλε και φώναξαν την προξενήτρα την Ευτυχία. Της είπε για την κοπέλα, την περιέγραψε και της είπε πιο είναι το σπίτι της.
«Τ΄ Μελαχρινή του Καραγληγόρ λες!» είπε με θαυμασμό η προξενήτρα.
«Αυτή θέλω για γυναίκα μου» είπε κοφτά και αποφασιστικά. Η Ευτυχία έφυγε σφαίρα για το σπίτι του Καραγρηγόρη.
«Τάξει μι αφέντημ, μεγάλ τύχ σι φέρνου» είπε και περιέγραψε τα καθέκαστα.
Ο Καραγρηγόρης όμως ήταν ανένδοτος. Πρώτα έπρεπε να παντρευτεί η μεγαλύτερη αδερφή της Μελαχρινής και άμα ήθελε αυτή, πολύ ευχαρίστως. Πίσω στο γιατρό η Ευτυχία. Αυτός ούτε να ακούσει κουβέντα για την αδερφή της.
« Ή την Μελαχρινή, ή σταματάει εδώ η κουβέντα» είπε και το εννοούσε.
Όλοι οι γνωστοί και οι συγγενείς έπεσαν πάνω στον Καραγρηγόρη, να μην αφήσει και χαθεί το τυχερό. Με τα πολλά τον έπεισαν και έδωσε την συγκατάθεσή του.
Έφτασε λοιπόν η παραμονή του γάμου και έκαναν το τραπέζι στο γαμπρό. Του έβαλαν το πιάτο με τα δυο αυγά μπροστά του και περίμεναν τι θα διαλέξει. Όμως οι μεγαλύτεροι άντρες, είτε από ντροπή είτε γιατί το ξέχασαν, δεν είπαν στο γιατρό για την τελετουργία. Ο Κωνσταντής χωρίς να γνωρίζει άπλωσε το χέρι του και όπως ήταν φυσικό, πήρε το ξεφλουδισμένο αυγό και άρχισε να το τρώει. Οι γυναίκες με κρυφή χαρά αλλά και θαυμασμό παρακολουθούσαν. Η μεγαλύτερη δεν κρατήθηκε και το σχολίασε.
«Εμ τι πιριμένατι, γραματζούμινους άθρουπους είνι. Όχι σαν τς δκοι μας τσ΄αρκουδιάρδις».
Η πομπή με τις γυναίκες και τη νύφη ετοιμάστηκε για τα λουτρά. Είχαν αρχίσει να βγαίνουν έξω, όταν οι μεγαλύτερες που είχαν μείνει τελευταίες είδαν τη κίνηση του γιατρού και έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Ο Κωνσταντής είχε πιάσει και το άλλο αυγό και το ξεφλούδιζε έτοιμος να το φάει. Έκαναν τον σταυρό τους.
«Χριστός τσι Παναγιά! Τι είνι πάλι τούτου; Μισό μισό του θέλ;» Έκαναν νόημα στη πομπή να σταματήσει και με μισόλογα προσπαθούσαν να δώσουν στο γαμπρό να καταλάβει και να τους πει την προτίμησή του.
«Σι άρισι γαμπρέ τ΄αυγό;»
«Ναι ήταν όπως το προτιμώ, μελάτο»
Άκρη δεν έβγαζαν μέχρι που η γηραιότερη πήρε πρωτοβουλία, έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε τη σημασία του αυγού.
Ο Κωνσταντής μόλις κατάλαβε τι είχε συμβεί πετάχτηκε όρθιος και είπε τρομοκρατημένος:
«Όχι όχι, το θέλω όπως είναι!»
Και δεν του έφτανε αυτό. Βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε στη πομπή.
«Μελαχρινή το θέλω όπως είναι. Ακούς; Όπως είναι. Με τη γουνέλα του!»



ΥΓ. Αφιερωμένο στο φίλο τον Κωστή που πρέπει να είναι υποψιασμένος σε αυτούς τους πονηρούς καιρούς. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις όλα τα έθιμα ενός τόπου. Πόσο δε μάλλον, όταν αυτός είναι απομονωμένος σε κακοτράχαλες και δύσβατες βουνοκορφές.

Τετάρτη, 13 Μάϊος 2009

Τι δεν μου αρέσει στη πολιτική


Κάθε άνθρωπος, στο μέτρο του δυνατού, έχει τις μικρές του απολαύσεις. Μια από τις πιο αγαπημένες μου είναι να απολαμβάνω την άνοιξη το πρωινό της Κυριακής. Την ώρα που οι άλλοι κοιμούνται, ξεπορτίζω με τη φόρμα και τα αθλητικά παπούτσια για μια διαδρομή πέντε περίπου χιλιομέτρων. Έτσι και σήμερα, πιστός στο ραντεβού μου, ξεκινώ κατά τις εξήμισι. Οι δρόμοι είναι αδειανοί κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι. Πάντα αυτοί οι στίχοι μου έρχονται στο νου μόλις αντικρίζω την ερημιά. Είναι η μόνη ώρα που δεν ακούς, δεν βλέπεις και δεν μυρίζεις το φετίχ των σύγχρονων Ελλήνων, το αυτοκίνητο. Ένας σκύλος στο βάθος αλυχτάει, ίσως γιατί είναι δεμένος και μια γάτα θηλυκή περνάει από μπροστά μου με τις μπάντες. Πρέπει να είναι σε οίστρο και αναζήτηση αρσενικού. Έχει την ουρά της σηκωμένη και βγάζει έναν ήχο παρακαλετό, σαν κλάμα μωρού. Ο γάτος, αραχτός στα κεραμίδια, δεν φαίνεται να συγκινείται. Προφανώς γιατί είμαι εκεί και περιμένει να φύγω. Μου φαίνεται απίθανη η περίπτωση ν α μη γουστάρει αν και για τα οικόσιτα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.
Η διαδρομή είναι υπέροχη, γεμάτη εικόνες της φύσης που ξαναγεννιέται. Τα λουλούδια μου χαρίζουν με ανιδιοτέλεια τα χρώματα και τα αρώματά τους και τα πουλιά φροντίζουν να μην ανοίξω το ακριβό μου γκατζετφλάρι. Στο τέλος της διαδρομής είναι το έπαθλό μου. Ένα μικρό καφενεδάκι με δυο τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα και ένας σκέτος ελληνικός καφές. Τώρα τελευταία έρχεται και ο φίλος μου ο Μιχάλης. Με το αμάξι του βεβαίως και με τα μάτια πρησμένα. Το στόμα του το ανοίγει μόνο για να χασμουρηθεί. Πρέπει να πιεί μια ρουφηξιά καφέ πρώτα για να πει καλημέρα. Και αμέσως μετά το μόνιμο παράπονο του.
- Όλα καλά, αυτό τον καφέ δεν μπορούμε να τον πίνουμε στις δέκα; Έστω στις εννιά;
- Αφού τα έχουμε ξαναπεί βρε Μιχάλη. Μετά τις οχτώ χάνεται η μαγεία.
Ο Μιχάλης δεν έχει κουράγιο για αντιδικία. Προτιμάει τη σιωπή και τη καφεΐνη. Είμαι σίγουρος ότι προσπαθεί να μαζέψει δυνάμεις. Σε λίγο θα ξεκινήσει μια από τις περιβόητες συζητήσεις μας. Μόνο που σήμερα θα τον αιφνιδιάσω. Δεν θα τον αφήσω να επιλέξει το θέμα και το μόνο που δεν θα περιμένει θα είναι κουβέντα περί πολιτικής. Μου έχει ζητήσει η Ελένη από το μπλογκ της να τις πω εφτά πράγματα που δεν μου αρέσουν στη πολιτική. Ευκαιρία να το διαλογιστώ με τον φίλο μου. Προς το παρών απολαμβάνουμε το καφεδάκι και τον γλάρο που κάνει την πάπια. Έχει αράξει στη θάλασσα και αφήνει το κυματάκι να τον νανουρίζει. Η άνοιξη είναι για όλους. Το χτύπημα που του επιφυλάσσω είναι κάτω από τη ζώνη.
-Ζούμε σε μια άθλια κοινωνία που η αλλαγή και η αντικατάστασή της είναι επιβεβλημένη. Και ο μόνος γνωστός και αποδεκτός τρόπος για να γίνει αυτό είναι η πολιτική. Σωστά; ρωτώ.
Η ματιά του, εκτός από την έκπληξη και την απορία, έχει και μια δολοφονική απόχρωση.
- Τι σκατά όνειρο είδες το βράδυ; Ή μήπως φταίνε οι ευρωεκλογές που πλησιάζουν; Γιατί κάθε που έχει εκλογές, σε πιάνει ένα πισωγύρισμα να το πούμε, παλιμπαιδισμό να το πούμε; Τότε θυμάσαι τη πολιτική και την ολέθρια σχέση που έχεις μαζί της. Γιατί τον υπόλοιπο καιρό κάνεις τον κουρασμένο γλάρο που κάνει την πάπια, ανταποδίδει χωρίς έλεος. «Έχει ξυπνήσει για τα καλά» σκέφτομαι.
- Η αλήθεια είναι ότι πράγματι η πολιτική και ιδίως όπως την έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα, με έχει απογοητεύσει. Δεν αντέχω να δω πολιτικό, ανεξαρτήτως κόμματος, να μιλάει. Δεν έχω κουράγιο ούτε να τους βρίσω. Κάποτε αυτό ήταν μια εκτόνωση, τώρα είναι μόνο χάσιμο χρόνου. Παρ΄ όλα αυτά θα σε ρωτήσω κάτι εύκολο. Θέλω να μου πεις εφτά πράγματα που δεν σου αρέσουν στη πολιτική.
- Και γιατί εφτά και όχι πέντε ή δέκα; ρωτάει με απορία.
- Ξέρω κι εγώ; Ίσως γιατί το εφτά έχει τη δική του σημασία, βαριά σαν ιστορία. Τι να πρωτοθυμηθώ; Εφτά ήταν τα θαύματα της αρχαιότητας, επτά οι αρχαίοι σοφοί, εφτά οι μέρες της δημιουργίας, εφτά τα μυστήρια, εφτά τα χρώματα της ίριδας.
- Μην ξεχνάς τους εφτά νάνους, μου λέει με ένα σπαστικό χάχανο.
- Έλα, σοβαρέψου! Εσύ που είσαι ενεργός πολίτης αλλά δεν ασχολείσαι με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, η γνώμη σου μετράει πολύ, του είπα προσπαθώντας να τον κολακέψω. Σοβαρεύει απότομα.
- Οι υποσχέσεις από τα μπαλκόνια που ποτέ δεν τηρούνται. Το εμπόριο της ψήφου των πολιτών. Η ψήφος κατά συνείδηση των πολιτικών. Η διαπλοκή με τα συμφέροντα. Ο φόβος της πολιτικής ευθύνης. Η παραγωγή πολιτικής μέσω των δημοσκοπήσεων. Το χειρότερο απ΄ όλα όμως είναι η επίφαση της δημοκρατίας που καλύπτει όλο αυτό το σκηνικό. Που ο κάθε πικραμένος πιστεύει ότι συμμετέχει, ότι είναι ο νοικοκύρης του τόπου του. Τα λέει όλα εν ριπή πυροβόλου, με μάτια που πετάνε φλόγες. Έχω καταφέρει να τον ανάψω για τα καλά.
- Να γιατί δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Καλύτερο δεν είναι το διάβασμα; Άσε που μαθαίνεις και τον κόσμο, συνέχισε με θριαμβευτικό ύφος.
- Ανεξάρτητα από τις δικές μας διαθέσεις και προθέσεις, δεν παύει να υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα. Η άδικη, ταξική, απάνθρωπη κοινωνία και η αναγκαιότητα αλλαγής της. Καλό είναι το διάβασμα αλλά δεν φτάνει. Ο Μαρξ είχε πει ότι οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα εξηγούσαν τον κόσμο. Το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε, του λέω και παρατηρώ ότι έχω αρχίσει να παθιάζομαι. Το χούι που βγαίνει τελευταίο.
- Εδώ και διακόσια χρόνια, όλες οι προσπάθειες για να τον αλλάξουμε, απέτυχαν παταγωδώς. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, αυτή η αλλαγή έγινε ο πιο μεγάλος μας εφιάλτης.
-Δεν φταίει ο Μαρξ για αυτό. Δηλαδή έπρεπε να αποδείξει ότι δεν θα γίνει ελέφαντας στο μέλλον;
- Αναρωτιέμαι τελικά, αν έφταιγε και ο ίδιος ο μαρξισμός και όχι μόνο η εφαρμογή του. Δεν είναι μόνο η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και ο καπιταλισμός δεν κατέρρευσε και η εργατική τάξη μεταλλάχτηκε. Το σίγουρο είναι ότι οι αποκαλύψεις της σταλινικής περιόδου σε συνδυασμό με την ευημερία των εργατών της αναπτυγμένης Ευρώπης ήταν ένα δυνατό χτύπημα. Οι προσπάθειες του Μάο και του Κάστρο αργότερα, να διεθνοποιήσουν την επανάσταση των εργατών μεταφράζοντάς την σε απελευθέρωση του τρίτου κόσμου, κράτησαν τον μαρξισμό τυπικά ζωντανό για λίγο, αλλά ήταν ήδη κλινικά νεκρός.
Έχω αναστήσει το θηρίο! Ο γλάρος έχει αλλάξει κύμα και η κουβέντα επίπεδο.
- Δηλαδή τι μου λες; Επειδή κάποιοι στο όνομα του Μαρξ έφτιαξαν τα γκουλάγκ, δεν έχει λόγο ύπαρξης η θεωρία του Μαρξ;
- Λέω ότι δεν είναι άμοιρη ευθυνών η ίδια η ιδεολογία. Κάπου μπάζει.
- Πως μπορείς ελαφρά τη καρδία να υποστηρίζεις ότι ο μοναδικός Μαρξ, είναι ο Μαρξ του υπαρκτού σοσιαλισμού; Γιατί πρέπει να είναι αληθινός μόνον ο Μαρξ όσων μαρξιστών ήσαν στην εξουσία και όχι εκείνος των μαρξιστών οι οποίοι πάλεψαν, πολλοί πληρώνοντας με τη φυλακή ή και με τη ζωή τους, ενάντια στη δεσποτική παρέκκλιση; Κου που βάζεις όλη αυτή τη στρατιά των μαρξιστών που θυσιάστηκαν στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, στον αγώνα ενάντια στο φασισμό; Πόσο σίγουρος είσαι ότι ο Άρης Βελουχιώτης θα μεταβάλλονταν σε κρατικό ηγέτη τύπου Τσαουσέσκου;
- Όλοι έχουμε τα δίκια μας, μου απαντάει προβληματισμένος.
- Όταν ο Μαρξ μιλούσε για το ν καπιταλισμό και ανέλυε την τάση για συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας και τη διαπλοκή της με την πολιτική εξουσία, οι σημερινές εξελίξεις δεν τον δικαιώνουν απόλυτα;
- Δεν μπορώ να φέρω αντίρρηση.
- Όταν στο Μανιφέστο περιγράφει με τόση οξυδέρκεια την ακατανίκητη ώθηση του καπιταλισμού για παγκοσμιοποίηση, τόσα χρόνια πριν, πιστεύεις αλήθεια ότι ξόφλησε ο μαρξισμός;
- Στις αναλύσεις του όχι. Το μεγάλο του πρόβλημα ήταν και είναι η εξουσία και η διαχείρισή της.
- Εδώ θα συμφωνήσουμε, είπα σχεδόν ανακουφισμένος γιατί και η ώρα είχε περάσει. Αλλά το θέμα της εξουσίας θα το συζητήσουμε άλλη φορά.
- Σηκώνει πολύ διάβασμα η όλη ιστορία, λέει σκεφτικός.
- Σίγουρα, του απαντάω. Και παραφράζοντας λίγο τον Μαρξ μπορούμε να πούμε: Μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι μας ζητούσαν να αλλάξουμε τον κόσμο. Το ζήτημα είναι να τον μάθουμε. Μήπως και καταφέρουμε να τον αλλάξουμε.
Έχω πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Σκέφτομαι ότι η κουβέντα ξέφυγε από τον αρχικό σχεδιασμό μου. Πάντα έτσι γίνεται. Και τώρα τι θα απαντήσω στην Ελένη; Δεν βαριέσαι κάτι θα σκεφτώ μέχρι να γυρίσω σπίτι. Βάζω τα ακουστικά από το γκατζετφλάρι στα αυτιά μου. Απίστευτο! Η Χαρούλα, με τον μοναδικό της τρόπο, δίνει στην Ελένη την απάντηση…

Ζούμε σ' έναν κόσμο μαγικό
με φόντο την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό
Γεμάτα τα μπαλκόνια, πολιτικά αηδόνια
Υποσχέσεις και αγάπες και πολύχρωμα μπαλόνια
για ευτυχισμένα χρόνια

Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη
Η ζωή σου, να το ξέρεις, είναι επικηρυγμένη
Να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο
κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει

Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη
της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη

Ζούμε σ' ένα κόσμο μαγικό
Υποχθόνια δουλεύει με μοναδικό σκοπό
Να σε μπάσει στο παιχνίδι, τη ζωή σου πως θα φτιάξει
Να σου τάξει, να σου τάξει την ψυχή σου να ρημάξει

Κι όταν φτάσει να ελέγχει της ελπίδας σου τον πόνο
δεν του φτάνει ετούτο μόνο
Με γλυκόλογα σε παίρνει απ' το χέρι
Σε βαφτίζει της Ελλάδας νοικοκύρη

Κι εκεί που λες αλλάξανε τα πράγματα και σηκώνεις το ποτήρι
Αρπάζει, κλέβει τ' όνειρό σου και του κάνει χαρακίρι

Στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος - Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Τραγούδι: Χαρούλα Αλεξίου



ΥΓ1. Αφιερωμένο στην Ελένη που με (προ)κάλεσε να το γράψω.
ΥΓ2. Η φωτογραφία είναι από κινητό και είναι η ανατολή από τα Μικροασιατικά παράλια μια Κυριακή του Μάη.

Κυριακή, 3 Μάϊος 2009

Ο ασέξουαλ και το... κορμί


Ο Δημήτρης Βλαστός, μικρομεσαίος επιχειρηματίας μεγαλομέσης ηλικίας, έκλεισε με δύναμη το τηλέφωνο και σηκώθηκε από τη καρέκλα του. Φανερά εκνευρισμένος άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο γραφείο. «Τι μέρα και αυτή! Ανάσα δεν πήρα από το πρωί, δεν αντέχω άλλο, ούτε ένα καφέ δεν ευχαριστήθηκα» είπε και προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη το μυαλό του. Ήταν ήδη δώδεκα το μεσημέρι και από τις οχτώ που έφτασε στη δουλειά μέχρι τώρα, είχε δεχτεί πέντε πωλητές και είχε πάνω από δέκα τηλεφωνικές συνομιλίες, από αυτές που διαπραγματεύεσαι, παζαρεύεις, αναλώνεσαι. Το καλοκαίρι πλησίαζε γοργά και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς με τον τουρισμό ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Δεν το σκέφτηκε άλλο. Τα παράτησε όλα και βγήκε στην αυλή. Το κτίριο της δουλειάς του ήταν έξω από την πόλη, μακριά από την αποπνιχτική ατμόσφαιρα και την φασαρία, στην εξοχή.
Ήταν μια από κείνες τις μέρες του Απρίλη που ο ήλιος είναι βιαστικός, ο αέρας τεμπέλης και τα πουλιά αφηνιασμένα. Η άνοιξη είχε εισβάλει από παντού και το πράσινο ήταν ο μεγάλος νικητής στην άτυπη μάχη των χρωμάτων. Η μυρωδιά από το χιώτικο γιασεμί που δέσποζε στον χώρο, τον έκανε να σκεφτεί πως ένα τέτοιο άρωμα θα πρέπει να φορούσε η θεά Αφροδίτη. Πέρασε κάτω από την κλαίουσα και μερικά από τα φύλλα της τον χάιδεψαν στο μάγουλο. Η επαφή του έφερε ανατριχίλα. Περπάτησε για λίγο και ηρέμησε. Για την ακρίβεια όχι μόνο ηρέμησε, αλλά άρχισε να του φτιάχνει η διάθεση. Συνέλαβε τον εαυτό του να σιγοτραγουδά το σκοπό που του άρεσε πολύ τον τελευταίο καιρό:
Στο σταυρόλεξο του έρωτα και φέτος/ θα χαθούμε οριζοντίως και καθέτως…
Μετά από αρκετή ώρα, φανερά ικανοποιημένος επέστρεψε στη δουλειά του. Ο τύπος που τον περίμενε στο διάδρομο του έκανε εντύπωση. Γύρω στα τριάντα, με όμορφα χαρακτηριστικά και ακριβό σπορ ντύσιμο. Η χοντρή δερμάτινη τσάντα που κουβαλούσε, φανέρωνε ότι ήταν πωλητής. Ο άγνωστος του συστήθηκε με χαμόγελο και τον ρώτησε με ευγένεια αν μπορούσε να του διαθέσει λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του. Άψογος. Ο Βλαστός που είχε κάνει και ο ίδιος πωλητής στα νιάτα του, ξεχώριζε τον επαγγελματία και τον εκτιμούσε. Τον δέχτηκε με ευχαρίστηση.
Ο πωλητής αφού του συστήθηκε άνοιξε το ντοσιέ του και άρχισε την παρουσίαση. Άριστος γνώστης των προϊόντων και καλός χειριστής της γλώσσας, έκανε μια άκρως επαγγελματική και συνάμα ευχάριστη επίδειξη. Ο Βλαστός όμως, κυρίως λόγω της κρίσης, ήταν πολύ φειδωλός στις αγορές του. Παρήγγειλε ελάχιστα πράγματα. Παρατήρησε το απογοητευμένο βλέμμα του πωλητή και τον ρώτησε για τη ζωή του, περισσότερο τυπικά και για να αλλάξει κουβέντα.
- Δύσκολο το επάγγελμα του πωλητή, να γυρίζεις όλη τη χώρα, τόσο καιρό μακριά από την οικογένειά σου.
-Είναι πράγματι δύσκολο, γιατί το σινάφι μας μεγαλώνει όσο μεγαλώνει και η οικονομική κρίση. Ο κάθε άνεργος συμφωνεί με δυο τρεις εταιρείες και νομίζει ότι θα κυριεύσει την αγορά. Οικογένεια δεν έχω, είναι επιλογή μου. Είμαι ασέξουαλ, είπε και η λέξη έπεσε σαν βόμβα στο τραπέζι.
Ο Βλαστός είχε μάθει από τη ζωή, πως το να κρίνεις τους άλλους δεν είναι παρά μια προστατευτική ασπίδα για να κρύβεις τις δικές σου ανεπάρκειες. Τον άφησε να μιλήσει και με την προσοχή που του έδειξε τον βοήθησε να βγάλει τον νταλκά του.
- Και τι ακριβώς είναι ο ασέξουαλ; τον ρώτησε με ενδιαφέρον και συνέχισε. Για να σου πω την αλήθεια, δεν μοιάζεις με ομοφυλόφιλο, όχι πως θα με πείραζε αν ήσουν.
Ο πωλητής γέλασε με κατανόηση.
- Ο ασέξουαλ δεν είναι ομοφυλόφιλος. Πολύ απλά το σεξ δεν με ενδιαφέρει. Δεν μου προκαλεί καμιά περιέργεια, πολύ περισσότερο καμία έλξη. Είμαι εντάξει με τον εαυτό μου και είμαι καλά.
Με την τελευταία ατάκα γέλασαν και οι δυο. Ο Βλαστός γεμάτος περιέργεια, αλλά και αληθινή δίψα για γνώση της άγνωστης γι αυτόν κατηγορίας, συνέχισε τις ερωτήσεις.
- Καλά βρε Γιάννη, έτσι γεννήθηκες; Δεν σου έκανε ποτέ όρεξη να πας με γυναίκα; Μη μου πεις πως είσαι ακόμα παρθένος;
- Όχι δεν γεννήθηκα έτσι, και με γυναίκες έχω πάει αρκετές φορές. Μέσα όμως από αυτή τη διαδικασία και με τις εμπειρίες που απόκτησα, πιστεύω ότι υπάρχουν αξίες πολύ υψηλότερες από την σεξουαλικότητα. Σε μια εποχή που οι τηλεοράσεις, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, ο κινηματογράφος μας βομβαρδίζουν με εικόνες και συμπεριφορές που απευθύνονται στα πιο αρχέγονα ερωτικά μας ένστικτα, με σκοπό να πουλήσουν τα προϊόντα τους ή να προωθήσουν αλλότριους σκοπούς, εγώ αντιστέκομαι με τη συνειδητή απόρριψη της σαρκικής απόλαυσης.
- Εντάξει να αντισταθείς, δεν λέω, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος; Χάθηκε μια διαδήλωση, μια πορεία, μια πικετοφορία τέλος πάντων; Το έρμο το σεξ τι σου φταίει; ρώτησε ο Βλαστός με καθόλου προσποιητή απορία.
- Αυτό είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο. Υπάρχει όμως και η πρακτική πλευρά. Για σκέψου όλη αυτή τη διαδικασία που προηγείται για μερικά δευτερόλεπτα αμφίβολης απόλαυσης. Με πόση αγωνία, άγχος και ανασφάλεια προσεγγίζεις μια γυναίκα. Σκέψου πόσα ψυχολογικά προβλήματα σου προσθέτει κάθε χυλόπιτα. Πόσα ποτάμια από ποτά και πόσα τσιγάρα, πόση πίκρα και στεναχώρια για την κάθε απόρριψη. Και άντε και τη κατάφερες επιτέλους και τη πας σπίτι σου. Σε τρώει το άγχος για τις επιδώσεις σου. Άραγε θα την ικανοποιήσεις; Θα έχει αληθινό οργασμό ή θα προσποιηθεί; Τρέμεις την σύγκριση με τους πρώην. Τη σύγκριση με το μέτρο. Όχι αυτό που οι αρχαίοι έλεγαν άριστον, το άλλο που βρίσκεται στο διεθνές γραφείο των Σεβρών, μαζί με τα σταθμά. Και ενώ σε τρώει η αγωνία για όλα αυτά, επηρεάζεσαι ψυχολογικά και εκσπερματώνεις πρόωρα. Υπάρχει χειρότερο πράγμα από αυτό; Όταν σου λέει με αυτό το μισοθλιμμένο ύφος “καλά είμαι” και εννοεί “χειρότερα δεν γίνεται“ δεν θέλεις να ανοίξει η γη να σε καταπιεί; Μετά από αυτό είσαι καλύτερα σε σχέση με πριν το σεξ ή χειρότερα;
Ο Βλαστός, σοβαρά προβληματισμένος δεν μίλησε. Ο πωλητής συνέχισε.
- Και δεν είναι μόνο αυτά. Είσαι σε ένα μπαρ, ο Θεός κοιμάται και συ ξελογιάζεις μια ομορφούλα και τη πας στο ξενοδοχείο. Πάνω στη τρελή χαρά σου ξεχνάς να πάρεις προφυλακτικά. Μόλις τη γδύσεις και το θυμηθείς, εκτός από την αμείλικτη συρρίκνωση που θα υποστείς, τι κάνεις; Σταματάς, ζητάς συγνώμη και πας στο περίπτερο; Θα έχεις προφυλακτικά για την επόμενη φορά, γιατί θα την έχει κάνει με ψιλά. Το παίζεις άνετος και υπεράνω και συνεχίζεις; Έχεις εξασφαλίσει ένα μήνα αγωνίας, με εξετάσεις αίματος, αϋπνίες και ξενύχτια για τα αποτελέσματα. Για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς ακόμα, αδιαφορώ για το σεξ. Και όχι μόνο δεν ντρέπομαι πια, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω και να το υποστηρίξω. Παλιότερα πήγα και σε ψυχολόγο, περισσότερο με τη παρακίνηση ενός φίλου μου.
- Αλήθεια τι γνώμη έχει η επιστήμη για το θέμα; ρώτησε ο Βλαστός.
- Μου είπε τα γνωστά και τετριμμένα. Ότι αυτή η αντίδραση του εαυτού μου είναι μια μορφή άμυνας, που γεννιέται ως αντίδραση σε ένα βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο δεν έχω την τόλμη να αντιμετωπίσω, μπλα… μπλα… μπλα. Αφού λέμε δεν γουστάρω, δεν επιθυμώ, δεν θέλω. Είμαι απόλυτα φυσιολογικό άτομο και δεν έχω ανάγκη καμιάς θεραπείας. Και τώρα τελευταία ανακάλυψα ότι δεν είμαι μόνος. Χιλιάδες άτομα σε όλο τον πλανήτη είναι σαν και μένα. Υπάρχει ένα φόρουμ για το τέταρτο φύλλο, τον homo asexual. Έχει το κωδικό όνομα Aven που σημαίνει Asexual Visibility end Education Network όπου συμμετέχω και εγώ. Δεν είμαστε κίνημα, δεν διεκδικούμε κάτι, είμαστε απλά ένα ρεύμα και θέλουμε να δηλώσουμε ότι υπάρχουμε, δεν ντρεπόμαστε για αυτό που είμαστε, δεν κρυβόμαστε, δεν ζητάμε συγνώμη για τις προτιμήσεις μας. Έχουμε και τον τόπο μας στο ιντερνέτ, στο http://www.asexuality.org/, όπου επικοινωνούμε και ανταλλάσσουμε απόψεις. Αρκετά όμως, σε ζάλισα με τα δικά μου και έχεις και δουλειά. Αλλά είσαι καλός ακροατής και παρασύρθηκα. Χάρηκα για τη γνωριμία.
Ο πωλητής σηκώθηκε από τη καρέκλα και του πρότεινε το χέρι.
- Ήταν χαρά μου που σε άκουσα και έμαθα τόσα καινούρια πράγματα. Καλά να είσαι και καλή συνέχεια, απάντησε ο Βλαστός την ώρα που του έσφιγγε το χέρι.
Έβαλε φρέσκο καφέ στο ποτήρι του και ξανασκέφτηκε την όλη συζήτηση. «Εγώ τι άνθρωπος είμαι;» αναρωτήθηκε, όταν χτύπησε η πόρτα. Αφηρημένος απάντησε «ναι» και κοίταξε προς την είσοδο την ώρα που επιχειρούσε να πιει λίγο καφέ. Έμεινε με το χέρι μετέωρο και το στόμα ανοιχτό. Ήταν μια από αυτές τις γυναίκες που η παρουσία τους και μόνο σου δημιουργεί άλυτα υπαρξιακά προβλήματα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι τι στο καλό κάνεις σε αυτή τη ζωή, άμα δεν έχεις έστω και μια φορά γευτεί ένα τέτοιο κορμί. Μελαχρινή, με μαλλιά μεσαίου μήκους και ελαφρώς κατσαρωμένα, πρόσωπο με συμμετρικά χαρακτηριστικά χωρίς να λείπει ή να περισσεύει κάτι και με ένα χαμόγελο ντροπαλό, στη δόση όμως που σου επιτρέπει να ονειρεύεσαι. Φορούσε ένα σκούρο ριγέ ταγιέρ που άφηνε να φανούν κάτι πόδια που η θέα τους σου έφερνε λυγμούς, όχι από αυτούς για τη χαμένη Ατλαντίδα. Κουβαλούσε μια λεπτή δερματινη τσάντα και έναν αέρα με τόσο ηλεκτρικό φορτίο, που θα το ζήλευε ακόμα και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.
Κάθισε στη καρέκλα και έβγαλε το ντοσιέ της. Είπε ότι είναι από μια εταιρεία που ο Βλαστός την ήξερε, αλλά δεν είχε συνεργαστεί ποτέ στο παρελθόν, γιατί είχε φήμη ακριβής και αναξιόπιστης εταιρείας. Άρχισε να παρουσιάζει τα προϊόντα, με τρόπο αδέξιο μεν, αλλά τρομερά ερεθιστικό. Η χροιά της φωνής της, το κόμπιασμα σαν αποτέλεσμα της έλλειψης πείρας, και το παρακαλετό της ύφος με έναν τρόπο που ικανοποιούσε την ματαιοδοξία κάθε βλαμμένου αρσενικού, μετέφεραν τον Βλαστό σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, που αργότερα όταν προσπαθούσε να την περιγράψει δεν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι αυτή η κατάσταση του άρεσε. Η πωλήτρια μιλούσε ασταμάτητα, ο Βλαστός αγόραζε τα πάντα.
- Κύριε Δημήτρη και αυτό είναι καλό, έλεγε χωρίς να το δικαιολογεί.
- Βάλε και από αυτό μια δωδεκάδα, απαντούσε ο Βλαστός.
Μάλιστα στεναχωρήθηκε όταν τελείωσε η παρουσίαση και την παρότρυνε να πάρει και άλλη εταιρεία. Η πωλήτρια μέσα στη καλή χαρά για τις ανέλπιστες πωλήσεις που είχε κάνει, μάζεψε τα πράγματά της, χαιρέτησε και έφυγε αφήνοντας πίσω της συντρίμμια.
Ο Βλαστός μετά από πολύ ώρα κατάφερε να πιει μια γουλιά καφέ. Προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Να εξηγήσει τη συμπεριφορά του.
«’Ήθελα να ήξερα τι σκατά άνθρωπος είμαι» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. Του απάντησε ο εαυτός του το ίδιο δυνατά.
«Homo adiorthotous».

Τρίτη, 21 Απρίλιος 2009

Πάσχα, των Ελλήνων Πάσχα.

Προειδοποίηση: Το κείμενο που ακολουθεί είναι δοσμένο από την οπτική πλευρά ενός παιδιού. Από τον γράφοντα, δεν έγινε καμιά προσπάθεια να προσαρμοστεί στον πλούσιο εσωτερικό και συνάμα ευαίσθητο κόσμο των μεγάλων. Επομένως πολλές περιγραφές θα χαρακτηριστούνε και δικαίως, αηδιαστικές και εμετικές. Καλό θα είναι λοιπόν να μη το διαβάσετε, αφήστε που είναι και μεγάλο και έτσι θα γλυτώσετε πολύ από τον πολύτιμο χρόνο σας. Αν παρ΄ όλα αυτά επιμένετε να το κάνετε, στο τέλος θυμηθείτε ότι σας είχα προειδοποιήσει.

Το Πάσχα πέρασα πολύ όμορφα. Οι γονείς μου με έστειλαν στη θεία μου, στο χωριό. Το χωριό είναι ένα πολύ όμορφο μέρος, χτισμένο σε μια πλαγιά του βουνού και οι άνθρωποί του είναι πολύ καλοί και τηρούν τις ιερές παραδόσεις της φυλής. Την άνοιξη είναι πολύ όμορφα στο χωριό. Τα πάντα έχουν ανθίσει και η πλάση είναι έτοιμη να υποδεχτεί την Ανάσταση του Κυρίου. Το ίδιο και οι κάτοικοι του χωριού. Την Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής και βάφουν τα κόκκινα αυγά. Από όπου και αν περάσεις, όλες οι γειτονιές μοσχοβολούν βασιλικό, ασβέστη και τσουρέκια. Το βράδυ οι γυναίκες πηγαίνουν στην εκκλησία, παρακολουθούν τα δώδεκα ευαγγέλια, στολίζουν τον επιτάφιο και γεμάτες κατάνυξη σχολιάζουν τα κοινωνικά δρώμενα του χωριού. Οι άντρες πηγαίνουν στα καφενεία όπου συμμετέχουν στο έθιμο της χαρτοπαιξίας και του ταβλιού. Οι άντρες επίσης γεμάτοι κατάνυξη σχολιάζουν τα κοινωνικά με τη διαφορά ότι ο σχολιασμός είναι περισσότερος και ποιοτικότερος.
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής πήγαμε στο νεκροταφείο, στο τάφο του παππού. Είναι έθιμο να καθαρίζεται ο τάφος και να ψέλνεται τρισάγιο, την ιερή αυτή μέρα, για την ανάπαυση των ψυχών των πεθαμένων. Το νεκροταφείο ήταν γεμάτο κόσμο, που είχε έρθει για αυτό το σκοπό. Η θεία άρχισε να καθαρίζει τα μάρμαρα και εγώ με τον θείο μου πήγαμε να φωνάξουμε τον παππά. Ο παππάς ήταν ένας κύριος ευτραφής, γύρω στα εκατόν είκοσι κιλά. Ρώτησα τον θείο μου πόσες μέρες είναι η νηστεία του Πάσχα και μου απάντησε πενήντα. Ο παππάς γεμάτος ιδρώτα έψελνε πολύ βιαστικά, με αποτέλεσμα να λέει τα μισά λόγια και αν. Μόλις τελείωσε όρμησαν πάνω του τρείς τέσσερις γυναίκες σε κατάσταση προχωρημένου πανικού και άρχισαν να φωνάζουν όλες μαζί. Λίγα πράγματα ξεχώρισα. Η μια φώναζε σε μένα θα έρθεις σου έδωσα είκοσι, η άλλη εγώ περιμένω μια ώρα, την άλλη δεν την κατάλαβα. Ο θείος μου πλησίασε και έβγαλε ένα πενηντάρι από το τσέπη του. Τα μάτια του παππά άστραψαν. Το άρπαξε στον αέρα και έβγαλε από την δική του τσέπη μια στρογγυλή μπάλα από πιεσμένα χαρτονομίσματα των πενήντα, των είκοσι και των δέκα ευρώ . Το έβαλε και αυτό μαζί, πίεσε δυνατά και με ευχαρίστηση, ξαναέβαλε τη μπάλα στη τσέπη του και ακολούθησε τον θείο. Οι γυναίκες συνέχιζαν να ουρλιάζουν και αυτή με το εικοσάρικο να τον τραβάει από τα ράσα. Σε λίγο κυρία μου, σε παρακαλώ, σε δέκα λεπτά θα έρθω σε σένα είπε και ύψωσε το θυμιατό μέχρι το πρόσωπό της με αποτέλεσμα να δακρύσει και να αφήσει τα ράσα. Ο θείος μου με ύφος νικητή πήγαινε μπροστά καμαρωτός και πίσω του ο παππάς κάτι ψιθύριζε μέσα από τα δόντια του, αλλά δεν άκουσα τι. Έκανα τον σταυρό μου, η στιγμή ήταν ιερή.
Μετά γυρίσαμε στο σπίτι και η θεία είπε στον θείο να φέρει τον πετεινό. Ο θείος βγήκε στην αυλή και άρχισε να τον παρατηρεί. Ο πετεινός σαν κατάλαβε κάτι, άρχισε να κακαρίζει, να τρέχει γύρω γύρω και να μισοπετάει. Ο θείος με μια έξυπνη κίνηση και τα χέρια ανοιχτά τον στριμώχνει σε μια γωνιά και τον αρπάζει από το λαιμό σφιχτά. Ο πετεινός δεν μπορούσε να φωνάξει πλέον, μόνο κουνούσε τα πόδια του και χτύπαγε τα φτερά του. O θείος μου έπιασε με το ελεύθερο χέρι του το κεφάλι του πετεινού, το έστριψε και το τράβηξε με δύναμη, με αποτέλεσμα να του μείνει στο χέρι και από τη πίεση τα δυο του χέρια να ανοίξουν, λες και ευχαριστούσαν τον Θεό. Το αίμα πετάχτηκε σε χοντρές σταγόνες προς όλες τις κατευθύνσεις κάνοντας όμορφα σχέδια στον αέρα και πιτσιλίζοντας τα πάντα, ακόμα και τα ρούχα του θείου, πράγμα που δεν το περίμενε. Βλαστημώντας, τον πέταξε κάτω και κατά έναν περίεργο τρόπο ο πετεινός δεν έμεινε ακίνητος αλλά συνέχισε να περπατάει τρεκλίζοντας, ένα βήμα μπρός και δυο βήματα πίσω. Μόλις έπεσε κάτω και έμεινε ακίνητος τον έπιασε από τα πόδια και τον πήγε στη κουζίνα. Η θεία μου ευχαριστημένη άρχισε να του τραβάει με μανία τα φτερά και τα πούπουλα. Το βράδυ πήγαμε στον επιτάφιο.
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ξύπνησα με μεγάλη ανυπομονησία. Θα πηγαίναμε με τον θείο στο κτήμα να φέρουμε το αρνί. Έβγαλα τη πέτσα που είχε σχηματιστεί και ήπια το πρόβειο γάλα μου με μια γουλιά και με τη μύτη κλειστή με το χέρι μου γιατί με αναγούλιαζε. Ο θείος μου με μεγάλη ευλάβεια ακόνιζε κάτι μαχαίρια και η θεία μου, με κρυφό θαυμασμό, κουνούσε το χέρι της σε σχήμα σταυρού μπροστά στη μούρη του. Μήπως να μη πάρεις το παιδί μαζί τον ρώτησε με μια αμφιβολία στη φωνή της. Άστον να σκληραγωγηθεί, να μη γίνει ντιντής, είπε ο θείος αποφασιστικά και θεία συμφώνησε αμέσως, εσύ ξέρεις Μήτσο μου, ανδρικές δουλειές είναι αυτές. Εγώ δεν ήξερα τι είναι ο ντιντής, αλλά δεν ρώτησε από ντροπή για την αμάθειά μου. Μόλις φτάσαμε στο κτήμα, τρία αρνάκια, δυο μαύρα και ένα άσπρο, έπαιζαν χαρούμενα τρέχοντας στο χορτάρι. Πήγα αμέσως κοντά τους και άρχισα να παίζω και εγώ μαζί τους. Αυτά, λες και με γνώριζαν, άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω μου, να φωνάζουν χαρούμενα και να μου γλείφουν τα χέρια. Αχ πόσο μου άρεσε! Πέρασα πολύ όμορφα. Είχα ρωτήσει τη θεία μου γιατί το Πάσχα τρώμε αρνί και μου απάντησε ότι ο Κύριος αγαπούσε πολύ τα αρνάκια, δεν πρόσεξες σε πόσες εικόνες είναι αγκαλιά με ένα αρνί, και το κάνουμε για να Τον τιμήσουμε. Πώς να μην αγαπήσει ο Κύριος τα αρνάκια, τόσο καλά και όμορφα που ήταν; Ο θείος μου, αφού στερέωσε ένα σχοινί με γάντζο στο χοντρό κλαδί του δέντρου, ήρθε κοντά μας και άρχιζε να εξετάζει τα αρνάκια. Τα γύριζε ανάποδα, άνοιγε το στόμα τους, τα σήκωνε στο ένα χέρι, ζυγιάζοντάς τα. Αυτά εξακολουθούσαν να βελάζουν χαρούμενα. Διάλεξε το άσπρο. Το έπιασε από τα πίσω πόδια και το πήγε παραπέρα. Το άσπρο αρνάκι συνέχισε να βελάζει αλλά αλλιώτικα, ακουγόταν σαν κλάμα. Τα άλλα δυο έφυγαν τρομαγμένα προς τη μάνα τους. Αυτή ανήσυχη, σηκώθηκε από το χορτάρι και προσπαθούσε να πλησιάσει αλλά ήταν δεμένη. Ο θείος γονάτισε κάτω από το δέντρο και ακούμπησε το κεφάλι του αρνιού στο γόνατό του. Με μια και μόνο κίνηση του έκοψε το λαιμό, αλλά όχι τελείως, γιατί θα το κάναμε σούβλα. Το αίμα ήταν πολύ περισσότερο από του πετεινού και πεταγόταν όχι σε σταγόνες, αλλά σαν σιντριβάνι, ψηλά και προς τα πλάγια χωρίς να λερώσει καθόλου την κάτασπρη προβιά του. Το αρνάκι έκανε δυο τρεις σπασμούς με το σώμα του και τίναξε για τελευταία φορά τα πόδια του σκαλίζοντας το χώμα και έμεινε ακίνητο. Ο θείος μου το πίεσε στο στήθος για να στραγγίξει το αίμα, που στο τέλος πια ήταν πηχτό σαν κρέμα. Από μια τρύπα στο κάτω μέρος του ποδιού άρχισε να φυσάει, μέχρι που το αρνάκι φούσκωσε και έγινε σαν μπάλα όχι στρογγυλή, αλλά του ράγκμπι. Μετά με άλλο μαχαίρι έκανε μια τρύπα στο κάτω και πίσω μέρος του ποδιού κοντά στον αστράγαλο και το κρέμασε από το γάντζο ανάποδα. Μόλις το αρνί ξεφούσκωσε άρχισε με χέρι σταθερό να το γδέρνει. Δεν έκανε ούτε μια τρύπα στη προβιά του, δεν άφησε ούτε μια τρίχα στο κρέας του. Μετά με το πρώτο μαχαίρι άνοιξε τη κοιλιά του και κρέμασαν τα έντερα και τα εντόσθια προς τα έξω. Έτρεξα στο αμάξι και έφερα μια πλαστική λεκάνη. Όσο πλησίαζα, τόσο μύριζε άσχημα αλλά δεν μίλησα. Κράταγα τη λεκάνη και ανάσαινα από το στόμα και όχι από τη μύτη. Ο θείος έριξε τα κιτρινωπά έντερα μέσα και έβγαλε το στομάχι του που είχε πρασινωπό χρώμα και το έβαλε σε μια σακούλα γιατί είπε ότι θα το κάνει μαγιά για το τυρί. Μετά έπιασε τη συκωταριά με τα πνευμόνια, τα έκοψε με το μαχαίρι και τα έβαλε και αυτά στη λεκάνη. Τη καρδιά τη ξερίζωσε με τα χέρια του και πριν τη ρίξει στη λεκάνη τη δάγκωσε και ρούφηξε λίγο αίμα για να μην αρρωσταίνει. Με την ανάστροφη τη παλάμης σκούπισε το στόμα του, αλλά το μουστάκι είχε αρχίσει να ροδίζει. Έβαλε το αρνί σε μια σακούλα και το πέταξε στη καρότσα του αγροτικού. Το βράδυ πήγαμε στην ανάσταση.
Οι ετοιμασίες άρχισαν από τις εντακάμισι. Βάλαμε τα καλά μας ρούχα, τα καλύτερα δηλαδή, και ο θείος έριξε κάτι μικρά κόκκινα μασουράκια στη τσέπη. Τι να σας κάνω, δεν πρόλαβα να αγοράσω από τις μαύρες ψιθύρισε. Με τις λαμπάδες και τα φαναράκια στο χέρι ξεκινήσαμε δώδεκα παρά τέταρτο για την εκκλησία. Στο δρόμο χαιρετούσαμε τους γνωστούς και τους ευχόμαστε χρόνια πολλά και μετά η θεία σχολίαζε το ντύσιμό τους. Φτάσαμε έξω από την εκκλησία και παραμείναμε έξω. Έγινε ένα σούσουρο και κατάλαβα ότι το Άγιο Φως άρχισε να μοιράζεται στους πιστούς. Εκτός από τις σπρωξιές έπεσαν και κανά δυο κροτίδες μάλλον για προθέρμανση και φοβήθηκα γιατί δεν τις περίμενα. Είχα μαζέψει όλα τα κουράγια μου για τις δώδεκα. Η πόρτα της εκκλησίας άνοιξε και ο παππάς μαζί με τη πασχαλιά και τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα πήγαν στη θέση τους. Στις δώδεκα ακριβώς με το Χρ.. άρχισε ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Η νύχτα έγινε μέρα, και οι κρότοι σκέπασαν τα πάντα. Κάτι περιστέρια αλαφιασμένα, πέταγαν αλλοπρόσαλλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο θείος μου έβγαζε τις κροτίδες και τις πέταγε στα πόδια των πιστών και μετά κοίταζε αλλού και χαιρετούσε τον κόσμο. Δεν υπάρχει κράτος άκουγα διαμαρτυρίες και κοίταξα τον αστυνόμο. Αυτός με όλη του την οικογένεια, σοβαρός και αυστηρός, επιβλητικός με τη στολή του, πέταγε από τις μαύρες, τις επικίνδυνες και καμάρωνε. Είχα χεστεί από το φόβο μου, αλλά έκανα κουράγιο. Πρώτον γιατί σε πέντε λεπτά θα είχαμε φύγει και δεύτερον και κυριότερο, όλα αυτά τα πυρομαχικά, αυτός ο ακήρυχτος πόλεμος, τι άλλο είναι, πέρα από το να δείξουμε την αγάπη μας και τη χαρά μας στην ανάσταση του Κυρίου μας; Όπως έλεγε και ένας γείτονας, έτσι αγαπάει ο τσολιάς.
Το πρωί της Λαμπρής όλα ήταν γιορτινά. Από τις οχτώ η ώρα άρχισαν οι προετοιμασίες. Ο θείος μου και άλλοι συγγενείς άρχισαν να ετοιμάζουν το αρνί. Ο ξάδερφος του θείου έφερε μια σούβλα που έμοιαζε με τη Χαλκιδική, αλλά με πολύ μακρύ το μεσαίο της πόδι. Πέρασε το μεσαίο πόδι στον πωπό του αρνιού, μετά μέσα από την ανοιχτή κοιλιά και το κλειστό στήθος , βγήκε από τον μισοκομμένο λαιμό του και σταμάτησε στο κεφάλι , ακριβώς κάτω από το σαγόνι του. Ο ξάδερφος πίεσε ενώ άλλοι δυο κρατούσαν το αρνί για αντίσταση αλλά τίποτα. Ο ξάδερφος κάτι είπε για τη μάνα του αρνιού, και πίεσε πιο δυνατά, μέχρι που ακούστηκε το κρακ από τα κόκκαλα που έσπαγαν και το μυτερό τρίτο πόδι βγήκε από το μέτωπο του αρνιού ανάμεσα στα μάτια, την ίδια στιγμή που τα δυο μικρότερα πόδια της σούβλας καρφώνονταν στα μπούτια του. Μετά πήραν σύρμα και έδεσαν τα πόδια και τα χέρια του αρνιού και έραψαν τη κοιλιά του. Το έβαλαν πάνω στη ψησταριά και ένας μηχανισμός άρχισε να το γυρίζει πάνω από τα κάρβουνα. Άναψαν τσιγάρο και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι για τη δουλειά που είχαν κάνει, ενώ τα ηχεία κάτι έλεγαν για τη μάνα του Κίτσου. Μετά σε μια λεπτότερη σούβλα, χωρίς πλαϊνά πόδια, άρχισαν περνούν μικρά κομμάτια από το συκώτι, τα πνευμόνια και την καρδιά του αρνιού. Μόλις τα πέρασαν όλα, πήραν τα έντερα που εν τω μεταξύ από κίτρινα είχαν γίνει ζαχαρί και άρχισαν να τυλίγουν τα εντόσθια. Μόλις τελείωσαν πέρασαν και αυτή τη σούβλα στη ψησταριά και ξαναέκαναν τσιγάρο, ξανατσούγκρισαν τα ποτήρια ενώ τώρα τα ηχεία έλεγαν για μια φασαρία στα λεμονάδικα. Κάτω. Ο θείος με έστειλε στην κουζίνα να φέρω τα αμελέτητα του μοσχαριού. Όταν τον ρώτησα τι είναι τα αμελέτητα, ξεκαρδισμένος στα γέλια, μου είπε να ρωτήσω τη θεία μου. Γέλασαν και οι άλλοι και εγώ από ντροπή δεν ρώτησα. Η θεία μου έδωσε ένα πιάτο που είχε δυο πράγματα ροζ, γυαλιστερά, σε σχήμα μικρού πεπονιού όχι από τα στρογγυλά, αλλά από τα άλλα τα χειμωνιάτικα, τα μακρουλά. Ο θείος πήρε ένα μαχαίρι και τα άνοιξε στη μέση. Μέσα ήταν κιτρινωπά. Τα έβαλε στη σχάρα και άρχισε να τα ψήνει, ενώ οι άλλοι τον πείραζαν και έλεγαν, σήμερα θα αναστήσει ο Μητσάρας.
Έτσι λοιπόν, με κέφι ποτό και τραγούδι πέρασαν οι ώρες και ψήθηκε το αρνί αλλά και το κοκορέτσι. Το τραπέζι ήταν έτοιμο, γεμάτο σαλάτες, τυριά, τζατζίκια και άλλα πολλά. Πρώτα σερβιρίστηκε το κοκορέτσι που είχε μαυρίσει από το ψήσιμο, έγιναν οι προπόσεις για χρόνια πολλά, υγεία πάνω απ΄ όλα και μετά ήρθε το ταψί με το αρνί. Ο θείος σαν επικεφαλής του συμποσίου σηκώθηκε και έκοψε το κεφάλι με το χέρι του. Το έβαλε στο πιάτο του και έμπηξε ένα πιρούνι στο μάτι του, όχι στο μέσον αλλά στην άκρη και άρχισε να το γυρίζει γύρω γύρω. Οι άλλοι επιδοκίμαζαν και συνιστούσαν προσοχή στον αμφιβληστροειδή. Μετά έβαλε το κεφάλι στο στόμα του και ρούφηξε το μάτι, το οποίο καθώς έβγαινε φανέρωσε τις οπτικές ίνες που το συγκρατούσαν. Το άλλο μάτι το έδωσε στον ξάδερφό του. Μετά το έπιασε από τα σαγόνια και άρχισε να τα τραβάει , μέχρι που έσπασε σε δυο κομμάτια. Ξερίζωσε τη γλώσσα και την έδωσε στον άλλο κύριο και τα μάγουλα τα έδωσε στις γυναίκες. Στο μεγάλο κομμάτι που είχε μείνει, έβαλε το μαχαίρι στη τρύπα από τη σούβλα, ανάμεσα στα μάτια και το στριφογύρισε μέχρι που άνοιξε στα δύο. Το γύρισε ανάποδα και βούτηξε το δάχτυλό του μέσα και έβγαλε ένα παχύ άσπρο πράγμα σαν γιαούρτι, αλλά πιο σκούρο. Δώσε στο παιδί μυαλό, φώναξε η θεία μου και μου πρότεινε τα χέρι να το γλύψω. Εγώ περήφανος για την τιμή, το έφαγα αλλά δεν μου άρεσε, μου ήρθε να το φτύσω, αλλά κρατήθηκα και είπα ευχαριστώ. Ήπια δυο ποτήρια νερό για να το χωνέψω. Μετά πέσαμε όλοι μαζί πάνω στο αρνί και το κατασπαράξαμε.
Όλη αυτή η εμπειρία, μου έδωσε με τον καλύτερο τρόπο να καταλάβω, γιατί το Πάσχα είναι πρώτα και κύρια η γιορτή της αγάπης.

Παρασκευή, 10 Απρίλιος 2009

Μια καλησπέρα


Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί έχω μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σου. Εντάξει, το ξέρω ότι θα το σκίσω και δεν θα στο στείλω, όπως τόσα άλλα, αλλά το γράφω γιατί έτσι έχω τη ψευδαίσθηση πως τα λέμε.
Δεν ξέρω τι με έπιασε βραδιάτικα και εκεί που ήμουν αραχτός στο καναπέ και έβλεπα τα χάλια μας στη τηλεόραση, μην αμφιβάλεις καθόλου τα δικά μας χάλια δείχνει η τηλεόραση και όχι των άλλων, αποφάσισα να βγω για λίγο έξω. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο γνωστό σημείο που συνήθως τα λέμε το καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα. Η βραδιά ήταν μαγευτική. Ωχ, πόσο κοινότυπη είναι αυτή η φράση! Έλα, μη μου μουτρώνεις, δεν έχω καμιά πρόθεση να σε φλομώσω με καλολογικά στοιχεία. Αλλά σκέψου αυτό. Είναι οκτώ το βράδυ, έχει αρχίσει να σουρουπώνει και δεν φυσάει καθόλου, η θάλασσα είναι ασάλευτη και μυρίζει ιώδιο και εγώ περπατώ ανάμεσα στα αρμυρίκια και σφυρίζω ένα σκοπό που δεν θυμάμαι τώρα από πού τον κόλλησα . Ούτε που ήξερα τι είναι σήμερα. Το γνωρίζεις πολύ καλά, το έχεις νοιώσει στο πετσί σου άλλωστε, ότι με τις ημερομηνίες των γιορτών, των επετείων και όλων των σημαντικών γεγονότων δεν τα πάω καλά. Και έτσι αμέριμνος που περπατούσα και σιγοτραγουδούσα, σκάει από τα απέναντι παράλια ένα φεγγάρι που μου κόβει τη ανάσα. Έχει πανσέληνο απόψε και είναι ωραία.
Αναμνήσεις με πλημυρίζουν, με πνίγουν. Είχα την αφέλεια να πιστεύω πως η απόσταση και χρόνος θα γιατρέψουν, θα επουλώσουν, θα λυτρώσουν. Δεν το κατάφεραν και ξέρεις κάτι; Ευτυχώς! Οι πιο όμορφες στιγμές μου είναι όταν σε συναντώ εκείνα τα βράδια που δεν έχω ύπνο. Τότε μου χαμογελάς, πάντα μου χαμογελούσες ακόμα και στα πιο δύσκολα, μου απλώνεις το χέρι και οι σκοτούρες, τα προβλήματα, οι έγνοιες, ξεθωριάζουν και χάνονται στην ομίχλη. Θυμάμαι τι μου έλεγες όταν σου αράδιαζα όλες αυτές τις θεωρίες για τον κόσμο, την αδικία, τους αγώνες «Ναι, αλλά η ζωή είναι στιγμές, για αυτό φρόντισε να τις ζεις γιατί δεν θα ξανάρθουν». Έτσι και εγώ τώρα τις ζω αυτές τις στιγμές, μόνο που τις ζω στο μυαλό μου. Είδες που σου τα έλεγα! Ο Κάρολος είχε δίκιο όταν έλεγε πως η ιστορία επαναλαμβάνετε αλλά μόνο σαν φάρσα. Πάντα είχε δίκιο. Για αυτό και εσύ σταμάτα να αναπολείς τα παλιά, αυτά άστα για μένα, ζήσε τη στιγμή τώρα που οι κερασιές ανθίζουν.
Εγώ απλά πέρασα να σου πω μια καλησπέρα. Και θα το κάνω κάθε φορά που το φεγγάρι, η θάλασσα, ένα τραγούδι, θα μου κόβουν την ανάσα. Έστω και νοερά.
Καλησπέρα.

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος - Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου




Αφιερωμένο σε όλους και όλες σας.
Καλή Ανάσταση αδέρφια, όπως την ποθεί και την πιστεύει ο καθένας σας!

Κυριακή, 29 Μάρτιος 2009

Η ανάσταση του εμποράκου

Ήταν οκτώμισι το βράδυ όταν τα μέτρησε για τρίτη φορά. Στη πραγματικότητα, ο Γιώργος Παλιός - έμπορος ανδρικών ενδυμάτων - δεν χρειαζόταν καμιά. Ήξερε πολύ πριν κλείσει το μαγαζί ότι μέσα στην ταμειακή υπήρχαν πεντακόσια τριάντα έξι, ζεστά και ολόφρεσκα ευρουλάκια, συν κάτι ψιλά. Το ήξερε και παρ΄ όλα αυτά εξακολουθούσε να τα μετράει απαλά, με μια ηδονή, σαν να χάιδευε σφιχτό κορμί γυναίκας λίγο πριν συμπληρώσει τα τριάντα. Άρχισε να κάνει τους λογαριασμούς του. Ογδόντα ευρώ στην άκρη για το ενοίκιο της μέρας, και εκατόν εβδομήντα οχτώ για τη πληρωμή του εμπορεύματος που είχε πουλήσει σήμερα. Μετά ξεκίνησε στο κομπιουτεράκι έναν πολύπλοκο υπολογισμό, με μια εξίσωση δικής του εφεύρεσης, που στο πολύ απλοποιημένο του ήταν ένα ποσό επιχειρηματικού ρίσκου, που περιλάμβανε στοιχεία ηλικίας, οικογενειακής και προσωπικής κατάστασης, οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα και σε παγκόσμιο επίπεδο και μερικά ακόμη που τα κρατούσε εφτασφράγιστο μυστικό. Έβγαλε στην άκρη άλλα πενήντα πέντε ευρώ σύνολο τριακόσια δεκατρία. Τα έβαλε στη μυστική του κρύπτη, έριξε μερικά τιμολόγια και λογαριασμούς στο χρηματοκιβώτιο και έβαλε τα υπόλοιπα διακόσια είκοσι στη τσέπη του. Τα τρία μεταλλικά και μερικά ακόμα ψιλά τα άφησε στη ταμειακή. «Καθόλου άσχημο μεροκάματο για ένα μικρό μαγαζί ρούχων εν μέσω του κυκλώνα της οικονομικής κρίσης» σκέφτηκε, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο άγνωστος.
Μόλις τον αντίκρισε ένοιωσε ένα σφίξιμο στη καρδιά και τη τσέπη του. Έμοιαζε με αλλοδαπό και ήταν σε άθλια κατάσταση. Κάτι απροσδιόριστο στο παραπονεμένο βλέμμα του, τον έκανε να ηρεμήσει κάπως, σίγουρα δεν έμοιαζε με εγκληματία. Αμέσως σκέφτηκε όλες τις δικαιολογίες που είχε πρόχειρες για να αποφύγει την ελεημοσύνη και να τον διώξει. Ο άγνωστος φορούσε ένα σκούρο μπουφάν, που η λίγδα το έκανε να αντανακλά στο φως λες και ήταν λαμέ. Πλησίασε και όλα πάνω του μύριζαν εγκατάλειψη. Άρχισε να μιλάει γρήγορα, σε μια προσπάθεια να πει αυτά που έχει να πει, πριν τον διώξουν.
- Σε παρακαλώ, άκουσέ με, δεν ήρθα για να ζητιανέψω. Με λένε Ντεμίρ και είμαι Κούρδος. Είμαι πάνω από έξι χρόνια στην Ελλάδα. Στην αρχή είχα δουλειά και τα έβγαζα πέρα. Εδώ και μερικούς μήνες κάνω ένα δυο μεροκάματα τη βδομάδα και αν. Τώρα τελευταία κανένα. Έχω απόλυτη ανάγκη από δουλειά. Οποιαδήποτε δουλειά. Εδώ, στο σπίτι σου, στα χωράφια σου. Δεν θέλω λεφτά. Μόνο μια μερίδα φαγητό. Για όσο καιρό θέλεις. Είμαι στα όριά μου. Κοιμάμαι σε ένα παλιό παρατημένο φορτηγό. Έχω να φάω δυο μέρες. Δεν έχω ούτε ένα ευρώ πάνω μου. Μετά από δω θα πάω να κλέψω για να με βάλουν φυλακή και έτσι να μπορέσω να σωθώ για λίγες μέρες. Σωτηρία με ημερομηνία λήξης. Γατί μετά θα με απελάσουν και η αυτοκτονία θα με περιμένει στα μπουντρούμια της πατρίδας μου.
Η ωμότητα της εξομολόγησης τον συντάραξε. Είχε μπροστά του ένα παλληκάρι που ενώ μπορούσε να λυγίσει σίδερα και να στύψει πέτρες, ξεπουλούσε την εργατική του δύναμη για μια μερίδα φαγητό. «Πού έχουμε καταντήσει» είπε μέσα του και ανατρίχιασε ολόκληρος. Σοβαρά προβληματισμένος, άρχισε να εξετάζει τη κατάσταση. Δουλειά δεν είχε να του προσφέρει. Το μαγαζάκι του, που μπορεί σήμερα να έκανε την υπέρβαση όσον αφορά τις εισπράξεις, ίσα που του επέτρεπε να συντηρεί την οικογένειά του και να σπουδάζει τα δυο παιδιά του. Στο σπίτι η γυναίκα του έφτανε και περίσσευε. Ένα μικρό τριαράκι, που το αγόρασε μετά από είκοσι χρόνια γάμου και ατελείωτης δουλειάς. Χωράφια δεν είχε. Αλλά δεν μπορούσε και να τον αφήσει έτσι. Θα τον έστελνε αύριο σε ένα γνωστό του που είχε ανάγκη από έναν εργάτη. Του το είπε και αυτός γεμάτος ευγνωμοσύνη, επιχείρησε να του φιλήσει τα χέρια. Τον απέτρεψε ενοχλημένος ενώ μια προκλητική ιδέα άστραψε σαν φλας στο μυαλό του.
- Και δεν μου λες Ντεμίρ, είπες ότι πεινάς;
- Σαν λύκος. Χτες το βράδυ έφαγα για τελευταία φορά ένα πορτοκάλι με τα φλούδια του.
- Καλά μη νομίζεις και εγώ ένα μήλο έφαγα χωρίς τα φλούδια του. Λοιπόν θα σου κάνω το τραπέζι και δεν σηκώνω κουβέντα. Υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι με τα ρούχα σου, αλλά είμαστε στο κατάλληλο μέρος για να το λύσουμε.
Του διάλεξε ένα καλό μπουφάν, ένα βαμβακερό πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι. Τον έβαλε να ντυθεί με το ζόρι και τον υποχρέωσε να πετάξει τα κουρέλια.
«Πάνε εξήντα τέσσερα ευρώ κεφάλαιο» τον τσίγκλησε ο εμποράκος μέσα του. «Σκάσε τσιφούτη, δεν είναι τα πάντα στη ζωή λεφτά» του ανταπάντησε μια φωνή που ερχόταν από ένα πολύ μακρινό παρελθόν και που εξέπληξε και τον ίδιο μιας και ήταν απολύτως σίγουρος ότι δεν υπήρχε πια. Ο εμποράκος, ζαλισμένος και αυτός από την πρωτοφανή αναίδεια, λούφαξε χωρίς να βγάλει κιχ.
Τηλεφώνησε στη γυναίκα του, της είπε ότι θα πάει για καφέ με έναν προμηθευτή και θα αργήσει. Έτσι κι αλλιώς το βράδυ έτρωγε ένα μήλο και αυτό ξινό ή κανένα γιαούρτι με μηδέν λιπαρά, έτσι για ποικιλία. Μπήκαν στο αμάξι του και πήγαν προς το κέντρο. Στο δρόμο ήταν και οι δυο σιωπηλοί, χαμένοι στις σκέψεις τους. Ο Παλιός ένοιωθε μια ανεξήγητη έξαψη και δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί. Αισθανόταν έντονη την επιθυμία να ξεφύγει από όλα αυτά που τον κυνηγούσαν με μανία μια ζωή. Να κάνει κάτι το ανατρεπτικό, κάτι που του φαινόταν αδιανόητο με τα μέχρι τώρα κριτήριά του. Η δουλειά τον είχε μετατρέψει σε κάτι που η νιότη του απεχθανόταν. Το είχε όμως αποδεχτεί και είχε συμβιβαστεί με την εξέλιξη χρόνια τώρα. Πως διάολο αυτό ξαναβγήκε στην επιφάνεια; «Πόσα χρόνια σου μένουν ακόμα μαλάκα για να τα σπαταλάς σε μια τρύπα;» αναρωτήθηκε και απάντηση δεν πήρε. «Ξέχασες ότι πριν από τέσσερα χρόνια είδες το ραδίκι ανάποδα; Τώρα θα σε είχαν ξεχάσει ακόμα και οι πέτρες» συνέχισε τον εξάψαλμο. Η αλήθεια είναι ότι μετά το έμφραγμα, η ζωή του είχε αλλάξει άρδην. Έκοψε το τσιγάρο μαχαίρι, περιόρισε τα ποτά στο απολύτως ελάχιστο και άλλαξε δια παντός την διατροφή του. Αποχαιρέτησε τα τηγανητά, τα κρέατα πλην του κοτόπουλου, τα τυριά και τα αλλαντικά και γενικά ότι του άρεσε. Περιορίστηκε, θέλοντας και μη, σε νερόβραστα λαχανικά, σε όσπρια και ρύζια, σε φρούτα και σαλάτες. Βουνά από σαλάτες κάθε είδους. Και τώρα η καταθλιπτική ιστορία του Ντεμίρ έκανε το μάτι του να γυαλίζει επικίνδυνα. Σταμάτησε έξω από το Πέτρινο, το καλύτερο εστιατόριο της πόλης και έδωσε τα κλειδιά στον παρκαδόρο απορώντας και ο ίδιος με τον εαυτό του. Το συγκεκριμένο εστιατόριο είχε τη φήμη πολύ ακριβού μαγαζιού. Ο Παλιός ποτέ του δεν είχε πάει και θυμήθηκε με ένα ελαφρό μειδίαμα, ότι τη μια και μοναδική φορά που η γυναίκα του πρότεινε να πάνε εκεί, αυτός της είχε απαντήσει ότι βγήκαν για να φάνε τα ψαράκια τους και όχι να κάνουν επίδειξη. «Πάνε τα διακόσια ευρουλάκια» κλάφτηκε ο εμποράκος μέσα του. «Εσύ μούγκα» τον αποστόμωσε και διάλεξε ένα τραπέζι σε μια ήσυχη γωνιά κοντά στο τζάκι. Ο σερβιτόρος πεντακάθαρος, καλοντυμένος και με ένα ευγενικό χαμόγελο, πλησίασε με δυο καταλόγους στα χέρια.
- Δεν θέλουμε καταλόγους, του είπε ο Παλιός. Φαγητό για δύο. Το αφήνω πάνω σου. Βάλε τα δυνατά σου και εντυπωσίασέ μας.
- Μάλιστα κύριε. Τι προτίμηση έχετε, ψάρι ή κρέας;
- Κρέας, για να μας κρατήσει λίγο.
Ο εμποράκος έβαλε τα μεγάλα μέσα. Είδε και απόειδε ότι με τις παραινέσεις και τις κλάψες δεν βγαίνει τίποτα και του έδωσε ένα ντιρέκτ κάτω από τη μέση. «Φίλε καρδιακέ με μέτρο, σκέψου τη χοληστερίνη σου». «Άντε γαμήσου και συ και η χοληστερίνη. Και πάρε και την πίεση μαζί να κάνετε παρτούζα!»
Με ύφος θριαμβευτικό, αλλά και έκπληκτο για αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει μέσα του, ήπιε ένα ποτήρι μεταλλικό νερό.
Το μενού περιλάμβανε για πρώτο πιάτο κρέπα Πάρμας με ζαμπόν Πάρμας, παρμεζάνα, έμμενταλ και άρωμα μοσχοκάρυδου. Συνοδευόταν από σως παρμεζάνας με πολύχρωμες πιπεριές και ένα κλωναράκι φρέσκο μαϊντανό. Ένα ξεχωριστό πιάτο με ποικιλία τυριών. Στη μέση του ένα στρογγυλό κομμάτι από γνήσιο ροκφόρ Γαλλίας και γύρω του τριγωνικά κομμάτια από γραβιέρα Νάξου, λαδοτύρι Μυτιλήνης, γαλλικό κομπτέ και ιταλικό προβολόνε. Η σαλάτα με κινέζικο μαρούλι, ρόκα, φινόκιο, καρυδόψιχα ολόκληρη, τυρί μοτσαρέλα και σως από ελαιόλαδο, μπαλσάμικο ξύδι, μέλι, μουστάρδα ντιζόν και κόκκους ροδιού.
Ο σερβιτόρος άνοιξε ένα μπουκάλι λευκό κρασί από Αθήρι βουνοπλαγιάς Ρόδου και έβαλε μέσα στα κρυστάλλινα ποτήρια τους ενώ παρέμεινε όρθιος από πάνω τους με το μπουκάλι στο χέρι. Ο Παλιός του έκανε νόημα να το αφήσει και να αποχωρήσει. Έμειναν για λίγο ακίνητοι, ανήμποροι να ορθώσουν λέξη, μαγεμένοι με αυτό που έβλεπαν. Ο Παλιός με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση έκανε τη πρώτη κίνηση και χτύπησε μια γερή δόση κρέπας. Ακολούθησε ο Ντεμίρ που μόλις κατέβασε τη πρώτη μπουκιά άρχισε να εισπνέει μεγάλη ποσότητα αέρα με ένα παρατεταμένο ιιιι θαυμασμού που μόλις έφτανε στο λάρυγγα μάγκωνε και στριμωχνόταν αφήνοντας πίσω του ένα ήχο που θύμιζε γδαρμένο ρο. Μπουκιά και λαρυγγισμός.
- Πιες λίγο κρασί να μαλακώσει ο ουρανίσκος, του είπε ο Παλιός.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια και ευχήθηκαν υγεία πάνω από όλα. Το κρασί ήταν διαυγές και είχε χρώμα κιτρινωπό που όταν το χτύπαγε το φως σε συνδυασμό με το λευκό τραπεζομάντηλο φλέρταρε με το πράσινο. Στο στόμα άφηνε ένα διακριτικό άρωμα εσπεριδοειδών και λευκόσαρκων φρούτων μετατρέποντας την όλη διαδικασία σε μια αξέχαστη εμπειρία χαράς και φρουτώδους ευεξίας.
Ακολούθησε το κυρίως πιάτο. Μενταγιόν από χοιρινό φιλέτο σχάρας με σως τριών πιπεριών, συνοδευόμενο από τρίχρωμο πουρέ λαχανικών με πατάτα, καρότο και σπανάκι. Το κρασί αυτή τη φορά ήταν Vinsanto από το κτήμα Αργυρού με είκοσι χρόνια παλαίωση.
Ο Παλιός ένοιωσε εκείνη τη ταραχή που τον περιτύλιγε πιτσιρικά, κάθε φορά που αντίκριζε την γειτόνισσα από το διπλανό μπαλκόνι που μόλις είχε ξυπνήσει και τέντωνε τα χέρια της ενώ τα βυζιά της πήγαιναν πέρα δώθε λες και τον χαιρετούσαν. Μόνο που αυτή τη φορά, για πρώτη φορά, την είχε εδώ μπροστά του, ξαπλωμένη στο τραπέζι, αφράτη, λαχταριστή και μοσχοβολούσα. Δοκίμασε και έκλεισε τα μάτια. Η μπουκιά, αφού παρέλυσε τη γλώσσα, άρχισε να κατεβαίνει σκορπίζοντας στο διάβα της ρίγη συγκίνησης και ανατριχίλας και αφού στρογγυλοκάθισε στο πάτο του στερημένου στομαχιού, περίμενε με ανυπομονησία τη γουλιά του κρασιού. Αυτό, πορτοκαλοκίτρινο με χρυσές ανταύγειες, και προκλητικά αρωματικό, υπεροπτικό, με τον αέρα των είκοσι χρόνων της παλαίωσής του, άρχισε να κυλάει αβίαστα και μελωδικά προς τα κάτω. Συνάντησε τη μπουκιά και χωρίς συστάσεις δημιούργησε μια χημική ένωση που απελευθέρωσε έναν αρχέγονο λυγμό που έψαχνε μανιωδώς τον τρόπο να απελευθερωθεί μέσα από το μόνο δρόμο που γνώριζε και μπορούσε, τα μάτια.
Έντρομος, προσπάθησε να συγκρατηθεί και κοίταξε τον Ντεμίρ. Αυτός έτρωγε και έκλαιγε χωρίς ντροπή, χωρίς καμιά προσπάθεια να κρυφτεί, αμίλητος, ήρεμος, ευτυχισμένος.
Ολοκλήρωσαν μέσα σε ένα κρεσέντο απόλαυσης και θαυμασμού. Κάπου όμως στο πολύ βάθος, σε ένα μικρό και ανεξερεύνητο κοίλωμα του στομαχιού υπήρχε ένα κενό. Ο Παλιός φώναξε το σερβιτόρο.
- Μήπως είναι εύκολο στο σεφ να μας φτιάξει μια ομελετίτσα;
- Είσαστε στο κατάλληλο μέρος.
- Όμορφα! Πες του να χτυπήσει καμιά δεκαριά αυγά και να βάλει μέσα διάφορα, ότι νομίζει αυτός.
Η ομελέτα έφτασε μετά από λίγο, κατακίτρινη, φουσκωτή και περήφανη, γεμάτη τυριά και αλλαντικά, κάνοντας οποιαδήποτε πίτσα την αντίκριζε να μαραζώσει από ντροπή.
Έχοντας μια πληρότητα άκρως ικανοποιητική, απέρριψαν τα φρούτα και περιορίστηκαν στην αμυγδαλόπιττα με αληθινή σοκολάτα πάνω της και βανίλια παγωτό.
Το δείπνο είχε ολοκληρωθεί. Ο Παλιός παράγγειλε από ένα δωδεκάρι Glenfiddich για να καθαρίσουν οι πτυχές της γλώσσας και να ξελαμπικάρει το μυαλό.
Πλήρωσε τα εκατόν ενενήντα ευρώ και έδωσε τα τελευταία τριάντα στον Ντεμίρ. Αυτός σε πλήρη ευθυμία τραγουδούσε ένα σκοπό της πατρίδας του. Τον ρώτησε τι λέει το τραγούδι. Του απάντησε ότι ήταν ένα αντάρτικο, πασίγνωστο στο κουρδικό λαό και ήταν αφιερωμένο στον Οτσαλάν. Οι στίχοι υπόσχεση:
“Θα πάμε μαζί σου πάντα μπροστά
το Κουρδιστάν θα γίνει και πάλι δικό μας
ανεξάρτητο.”

Χωρίστηκαν με χειραψία και υπόσχεση να ξαναβρεθούνε. Ο Παλιός μπήκε στο αμάξι του και έβαλε μπροστά. Οι δώδεκα χτύποι που ακούστηκαν από το ρολόι της εκκλησίας σήμαιναν το οριστικό τέλος μιας μέρας που καθώς έκανε τον απολογισμό της διαπίστωνε ότι το αρνητικό πρόσημο που είχε στα οικονομικά του με τίποτα δεν μπορούσε να υποσκελίσει το θετικότατο πρόσημο που είχε στη διάθεσή του. Ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο Μπάμπης Στόκας τραγουδά:
“Μη με φοβάσαι δώσε μου το χέρι
μαζί να ζήσουμε η νύχτα όσα φέρει”.

O Παλιός σιγοτραγουδά μαζί του:
“Πάψε να ψάχνεις λόγο και σκοπό
σε ότι κάνω και ότι πω”.

Έχει πάρει τη μεγάλη απόφαση. Σήμερα η μέρα θα ολοκληρωθεί με κραιπάλη, θα κάνει έρωτα με τη γυναίκα του. Όσο το σκέφτεται, τόσο του αρέσει η ιδέα πως θα ξεχρεώσει τόσο νωρίς την άνοιξη. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε το έκαναν για τελευταία φορά. Μετράει τους μήνες: Ένας … δυο … τρεις … τέσσερις …
«Φτου! Χρωστάω ακόμα το χειμώνα» διαπιστώνει έκπληκτος.
Τίποτα όμως δεν μπορεί να του χαλάσει το κέφι.
«Γουστάρω δικέ μου. Και η άνοιξη καβάντζα!»

Δευτέρα, 16 Μάρτιος 2009

Είδα την Άννα κάποτε

Ομολογώ ότι η σκέψη με προβλημάτισε. Από τη μια ήθελα να αποφύγω το ταξίδι και το ανακάτεμα των αναμνήσεων. Από την άλλη, η ανάγκη για την υπογραφή όλων αυτών των χαρτιών, έκανε υποχρεωτική τη παρουσία μου. Μέχρι τώρα πίστευα ότι είχα ξεμπλέξει οριστικά από το παρελθόν μου. Το γεγονός ότι είχα είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στο νησί, μαρτυρούσε το οριστικό και αμετάκλητο κλείσιμο του βιβλίου των παιδικών μου χρόνων. Σίγουρα μου πήρε καιρό για να το καταφέρω, υπέφερα και μαρτύρησα, αλλά διάολε, είχα ξεμπερδέψει με αυτή την ιστορία. Τότε γιατί όλη αυτή η φασαρία; Ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ένα τέτοιο ταξίδι τουλάχιστον με νοσταλγία; Εντάξει δεν είμαι και ο πιο νορμάλ, τι να λέμε τώρα. Μύλος! Μπερδεύτηκες; Εγώ να δεις…
Ας προσπαθήσω να τα βάλω σε μια σειρά. Πάνε δυο χρόνια από τότε που μας άφησε η μάνα μου, πως περνάει όμως ο γαμοκαιρός. Έφυγε με το μαράζι της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. «Δεν θέλω τίποτα άλλο στο κόσμο, μόνο να με θάψεις στο χωριό». Ότι πεις μάνα, της υποσχέθηκα και η υπόσχεσή μου είχε την τύχη της άλλης, της πιο σοβαρής, που της έδωσα στο κρεβάτι του πόνου. «Ευχή και κατάρα σου αφήνω, να κρατήσεις το σπίτι στο χωριό και να μην το πουλήσεις». Μείνε ήσυχη μάνα, λες και δεν με ξέρεις. Η αλήθεια είναι ότι το πάλεψα, αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ο αγώνας ήταν σικέ. Από πριν γνώριζα το αποτέλεσμα. Και μεταξύ μας, δεν χρειάστηκε και πολύ για να με πείσω, τι θέλω εγώ με τους παραιτημένους; Άσε που όπως μου είπε ο ξάδερφος, η ευκαιρία ήταν μεγάλη. Οι Γερμανοί πληρώνουν αδρά και κυρίως μετρητά. Έλα όμως που είναι και επίμονοι. Σπίτι θέλουν, τώρα το θέλουν. Χειμωνιάτικα. Άτιμη ράτσα. Και πως ταξιδεύουν με πλοίο τέτοια εποχή; Με αεροπλάνο; Καλά δεν το συζητώ, κομμένο δια παντός. Εξυπηρετικό, δεν λέω, αλλά κρύο αδερφέ μου. Τι κρύο, παγόβουνο! Ξόδεψα δυο τρεις μέρες να ψάχνω τον καιρό στη τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το ιντερνέτ. Επιμονή όμως οι βοριάδες, σαν τους Γερμανούς. Είδα και απόειδα και αποφάσισα να ταξιδέψω με εξαράκι, που το βράδυ έγινε εφταράκι, με τη κρυφή και ανομολόγητη υποψία ότι ήταν οχταράκι αλλά μας το έκρυβαν και έτσι τη πλύση στομάχου δεν την απέφυγα τελικά.
Είχε πια ξημερώσει. Το πλοίο έστριψε για τελευταία φορά και στο βάθος του ορίζοντα ξεχώρισε ο καπνός από τις καμινάδες της ΔΕΗ. Κάτι απροσδιόριστο πετάρισε στη καρδιά μου, υπενθυμίζοντάς μου με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι καλά έκανα και ανησυχούσα με τούτη την επιστροφή. Εγώ ο αφελής πίστευα ότι είχα κλείσει το βιβλίο των παιδικών μου χρόνων και το είχα πετάξει στο σεντούκι της λήθης. Χρειάστηκε ένα βλέμμα για να ανοίξει το σεντούκι, το φύσημα του αγέρα και η μυρωδιά της αλμύρας να το βγάλει έξω και το πέταγμα των γλάρων να το κάνει φύλλο και φτερό.
Η πόλη μεγάλωσε και κακογέρασε. Πάσχιζε απεγνωσμένα να μοιάσει την Αθήνα αντιγράφοντας όλα τα στραβά της. Κίνηση, φασαρία, εκνευρισμός. Μέχρι και φανάρια στολίστηκε πιστεύοντας ότι εκσυγχρονίζεται, αλλά το μόνο που κατάφερνε τελικά ήταν να πασπαλίζεται με μια φτηνή πούδρα που αδυνατούσε να κρύψει οτιδήποτε. Ευτυχώς, το χωριό αντιστεκόταν στις προκλήσεις. Για πόσο ακόμα; Τα στενά σοκάκια και τα πλακόστρωτα καλντερίμια μοσχοβολούσαν από τα λουλούδια που στόλιζαν τις αυλές και τους τοίχους των σπιτιών. Οι θύμισες με πλημμυρίζουν και με κόπο καταφέρνω να κρύψω τη συγκίνησή μου. Το μπακάλικο του κυρ Κώστα κλειστό και ερειπωμένο. Μια παλιά διαφημιστική αφίσα της ΙΟΝ από σκληρό χαρτόνι στη θέση του σπασμένου τζαμιού. “Αναμφιβόλως θρεπτικώτατο! ... αλλά και με ωραίο άρωμα! Είναι κακάο ΙΟΝ τύπου Ολλανδίας. Αυτή είναι και η διαφορά του” Αναμφιβόλως. Αυτό που με ξετρέλαινε στο μπακάλικο ήταν η μυρωδιά από τα χύμα μπισκότα στα μεγάλα τετράγωνα μεταλλικά κουτιά. Η ευοσμία τους είχε διαποτίσει το χώρο. Παίζαμε κυνηγητό, έτρεχα σαν το ζαρκάδι, αλλά στο μπακάλικο πάντα σταματούσα, μύριζα ρουθουνίζοντας σαν λαγός, έπαιρνα τη δόση μου και συνέχιζα το παιχνίδι. Άραγε να υπάρχουν σήμερα πουθενά αυτά τα κουτιά με τα μπισκότα; Πλησίασα προς τη πόρτα και το άνοιγμα που έχασκε με μια κρυφή ελπίδα. Η μπόχα της εγκατάλειψης μου θύμισε τι σημαίνει χρόνος.
Το σπίτι ήταν σε καλή κατάσταση. Φρόντιζε γι αυτό η γυναίκα του ξάδερφου. Μπήκα μέσα με ένα κόμπο στο λαιμό. Άνοιξα τα παράθυρα και έτρεξα προς την πίσω πλευρά που έβλεπε στην αυλή. Τα αγριόχορτα είχαν πνίξει τα λουλούδια και απολάμβαναν προκλητικά το θρίαμβό τους. Έψαξα για το πουλί. Ένα μαύρο κοτσύφι με κίτρινο ράμφος που ερχόταν κάθε μέρα, έκανε τους γύρους του και περπατούσε καμαρωτό, τινάζοντας προς τα πάνω την ουρά του, την ώρα που τσιμπούσε τα ψίχουλα στο χώμα που είχα αφήσει από το βράδυ και περίμενε να ανοίξω το παράθυρο. Μόλις το έκανα, με κοιτούσε για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια λες και με ευχαριστούσε και ξαφνικά πετούσε αφήνοντας πίσω του ένα μακρόσυρτο κοροϊδευτικό κελάρυσμα. Τώρα το μόνο που πέταξε ήταν ένας κόρακας από τη στέγη του διπλανού σπιτιού. Μα τι περίμενα μετά από τόσα χρόνια; Ώρες ώρες απορώ με τον εαυτό μου. Κάθισα για λίγο στο παλιό καναπέ που τόσο στωικά υπέμενε όλα μας τα βασανιστήρια. Για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε τρίζοντας αγριεμένος. Θες η κούραση, θες το άγχος και η συγκίνηση, βυθίστηκα σταδιακά σε μια κατάσταση αποχαύνωσης και πλήρους αδράνειας. Κοιμήθηκα, ήμουν ξύπνιος; Θα σε γελάσω. Πραγματικότητα και όνειρο, δράσεις και αναμνήσεις, μπερδεύτηκαν όλα μαζί ένα κουβάρι. Μα ποιο είναι τούτο το αγόρι; Κάτι μου θυμίζει το ντύσιμο του. Ένα μακό μπλουζάκι, ένα κοντό παντελόνι και τα πλαστικά σανδάλια. Τα πόδια του γεμάτα από σημάδια πολέμου. Κάτι σ΄ αυτό το πρόσωπο με το πονηρό χαμόγελο με αναστατώνει. Τα μαλλιά του κουρεμένα γουλί, τα μάγουλα κατακόκκινα και τα μάτια του να ψάχνουν και να ερευνούν τα πάντα, χωρίς τη πρέπουσα σοβαρότητα, μόνο με απορία ανακατεμένη με έκπληξη για κάθε τι καινούριο. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι το αγαπάω πολύ, θέλω να ο σφίξω στην αγκαλιά μου, να κλάψω πάνω στο ώμο του και να του ζητήσω συγνώμη. Για τα όνειρα που του χάλασα, τις προσδοκίες που μίκρυνα, τις ελπίδες που γκρέμισα. Απλώνω τα χέρια μου, σιγά κύριος τι θέλεις; Επιμένω και κάτι συμβαίνει, το αγόρι μεγαλώνει, εγώ μικραίνω , με απορροφάει, το αφομοιώνω και ξαφνικά γινόμαστε ένα.
Μα πόσο μου πάνε τα δεκατρία χρόνια! Και το μακρύ παντελόνι, επιτέλους. Όχι όχι, η χωρίστρα στο πλάι με χαλάει, καλύτερα στη μέση. Πότε αυτό το χνούδι θα γίνει γένι; Λες να είμαι σπανός; Δεν μπορεί. Έχω βγάλει τρίχες στα πόδια στις μασχάλες, εδώ! Κατεβάζω το παντελόνι και καμαρώνω στο καθρέφτη. «Δεν θα ξεκουμπιστείς επιτέλους;» ακούγεται αγριεμένη η φωνή της μάνας μου. Εξαφανίζομαι στο λεπτό. Είναι ένα από τα συνηθισμένα απογεύματα στη καρδιά του καλοκαιριού. Βόλτα στη παραλία με τους φίλους, ένα ατελείωτο πέρα δώθε με τα μάτια μόνιμα καρφωμένα στα κορίτσια που επίσης βολτάρουν. Και τότε τη βλέπω για πρώτη φορά. Ξεχώριζε, είχε άλλον αέρα. Το ντύσιμο, το χτένισμά της, ακόμα και το περπάτημα διαφορετικά, ρε σεις ποια είναι τούτη; Όλα τελευταίος τα μαθαίνω. Είναι πρωτευουσιάνα, ξαδέρφη της Μαριώς, ήρθε για διακοπές, Άννα το όνομά της το μικρό. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι ήταν αυτό πάνω της που με τράβηξε σαν μαγνήτης. Να ήταν το άγνωστο, ο αέρας της πρωτεύουσας, το σνομπ ύφος της, το δέος των φίλων μου, σιγά μη τα φτιάξεις με τέτοια γκόμενα. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Το πρωί από τις εννιά στη πλαζ για μπάνιο. Δεν υπήρχε ψυχή ακόμα, καλύτερα. Καταστρώνω τα σχέδια μου, πως θα την εντυπωσιάσω, τι θα της πω. Στη πρόβα κοκκινίζω, τα χάνω, Άννα σε λένε; Τι μαλακίες λέω, βουτάω στη θάλασσα, το παγωμένο νερό με επαναφέρει. Θα κάνω βουτιά από το βράχο, θα το χαζέψω το ξιπασμένο. Σκαρφαλώνω πάνω και στέκομαι στη κορυφή του αγέρωχος. Η ματιά μου πλανιέται στον ορίζοντα, μικρός που είναι ο κόσμος, θα τον κατακτήσω.
Η βουτιά που ακολούθησε δυο ώρες αργότερα ήταν αξιοθρήνητη. Έσκασα με τη κοιλιά, αλλού χέρια αλλού πόδια. Πως βγαίνουν έξω μαλάκα, έτσι που τα κατάφερες. Πονάω ολόκληρος, μαζεύω όλα τα κουράγια μου και βγαίνω αδιάφορος κοιτώντας πέρα στο δρόμο σαν κάτι να ψάχνω. Το κοροϊδευτικό γελάκι της χειρότερο και από μαχαιριά. Τελικά δεν είναι ξιπασμένη, καλή και καταδεχτική μου συστήνεται και μου ζητάει να καθίσω δίπλα της. Ανατρίχιασα ολόκληρος και σχεδόν άρχισα να τρέμω, δεν είναι τίποτα, κρύο κάνει σήμερα θα μου περάσει. Έχει φέρει μαζί της ένα λεύκωμα, μου ζητάει να γράψω και εγώ, αλήθεια τι είναι έρως; Γίναμε κολλητοί, όλη την ώρα μαζί, μέρες ατελείωτες. Μου λέει για τους Deep Purple, της λέω για τη φωλιά του κορυδαλλού, θα πάθεις άμα ακούσεις το made in Japan, δεν θα το πιστέψεις πόσα αυγά έχει μέσα. Τελικά τούτο το απόγευμα θα πάμε πέρα στο βουνό να της δείξω τη φωλιά. Σταματήσαμε κάτω από το δέντρο, λαχανιασμένοι από το περπάτημα και μούσκεμα στον ιδρώτα. Και τότε συνέβη τελείως φυσικά, ασχεδίαστα, απροετοίμαστα. Το πρόσωπό της πλησίασε το δικό μου, η ανάσα της μύριζε δυόσμο και τα χείλη της ήταν δροσερά, βάλσαμο στη ζέστη. Έκλεισα τα μάτια, απόλυτη ησυχία στη πλάση, ακόμα και τα τζιτζίκια σταμάτησαν, είμαι θεός και δεν το ξέρω. Πρέπει να μάτωσαν τα χείλη μου, ρουφάω το αίμα και το καταπίνω με ηδονή, είναι γλυκό σαν μέλι. Ούτε που θυμάμαι πόση ώρα είμαστε έτσι. Όλα πια γίνονται με αργή κίνηση, απαλά και αέρινα. Το μόνο που θυμάμαι είναι αυτή η καυτή ενέργεια που κυλάει μέσα μου και με κάνει να θέλω να πετάξω. Πετούσα, απλά δεν το είχα καταλάβει ακόμα.
Το κατάλαβα όταν έπεσα και τσακίστηκα. Προς το παρόν ζούσα το όνειρο. Ένα όνειρο που έμελε να αλλάξει όλη μου ζωή. Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος γεννιέται καλός ή γίνεται στη πορεία. Δεν ξέρω πια τι σημαίνει καλός. Έχουν αλλάξει νόημα τόσα και τόσα πράγματα στη ζωή μου. Αυτό που ξέρω με σιγουριά είναι ότι αυτή η σχέση με έκανε καλύτερο. Καλύτερο με τους γονείς μου, η μάνα μου σταυροκοπιόταν, δεν είναι καλά το παιδί μας. Καλύτερο με τη παρέα μου, με τη συμπεριφορά μου στο κόσμο γενικότερα. Πέταξα τις σφεντόνες, άρχισαν να μου αρέσουν τα λουλούδια, άκουγα μουσική. Μέχρι και μουστάκι θα ξύριζα, άμα είχα. Στο μόνο που με είχε μπερδέψει, τελείως όμως, ήταν τα βράδια όταν έπεφτα για ύπνο, στη καθιερωμένη ιεροτελεστία της παλμικής απασχόλησης. Από ιεροτελεστία βέβαια είχε καταλήξει σε αγχωμένη μαλακία. Από τη μια οι ενοχές με αυτά που μας έλεγαν στην εκκλησία περί ανηκέστου αμαρτίας, οι προειδοποιήσεις της μάνας μου, θα τυφλωθείς άμα δεν τη κόψεις και όλες οι προφυλάξεις που έπαιρνα για να μη με πάρουν χαμπάρι, πως έτριζε το παλιοκρεβάτι, από την άλλη όλη αυτή η πύρινη λάβα που κατέτρωγε τα σωθικά μου και έπρεπε να βγει για να ηρεμήσω με είχαν οδηγήσει σε άγρια εσωτερική πάλη. Κάθε πρωί την έκοβα και κάθε βράδυ υπερτερούσε η φύση. Μετά τη γνωριμία μου με την Άννα, προστέθηκε ένα ακόμα πρόβλημα. Την ίδια με τίποτα δεν την έφερνα στις φαντασιώσεις μου, αφού την αγαπάω, δεν είναι για παλιοπράματα το κορίτσι, αλλά πάλι όταν ξεσπούσα στη γειτόνισσα με τα μεγάλα βυζιά, δεν την απατούσα; Ο ορισμός του άγχους, παραλίγο να την έκοβα.
Χάθηκε με τον ίδιο τρόπο που ήρθε στη ζωή μου, απρόσμενα. Τη μια στιγμή στεκόταν στο σκαλί και την άλλη είχε χαθεί για πάντα στου κόσμου βουή. Είμαι στη παραλία παρέα με ένα μπουκάλι. Παρατηρώ τα κύματα που προσπαθούν να γαντζωθούν στα χαλίκια, μάταια. Υποχωρούν νικημένα και ξαναεπιχειρούν. Συνέχεια, για πάντα. Δε βαριέσαι, τουλάχιστον εγώ είδα την Άννα κάποτε. Ο σκοπός που ακούγεται από τη θάλασσα γνωστός, αρχίζω να σιγοτραγουδώ:
Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα κανείς / θα πλανηθούμε μοναχοί…


Στιχοι - Μουσική - Τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος


Τρίτη, 3 Μάρτιος 2009

H Σειρήνα

Ο Δέλτα άνοιξε τα μάτια του. Μια αίσθηση ευφορίας τον είχε τυλίξει ολόκληρο. Την ώρα που άπλωνε νωχελικά τα χέρια του, αναρωτήθηκε για τη πηγή προέλευσης αυτού του αισθήματος. Το ^terpsis που είχε δοκιμάσει σίγουρα είχε παίξει το ρόλο του. Το νέο χάπι ύπνου πραγματοποιούσε και με το παραπάνω, όλα όσα υποσχόταν η ανακοίνωση του ΚΨΤ, του Κρατικού Ψυχαγωγικού Τομέα της Ανδρόπολης. Όλες οι γνωστές ηδονές, μοιρασμένες σε σωστή αναλογία και με συνοδεία κλασικής μουσικής του δεκάτου ενάτου αιώνα. Δεν έπαυε όμως, παρόλα αυτά, να είναι κάτι το προβλέψιμο. Τότε; Μήπως υπεύθυνο για την ανεξήγητη πρωινή ευεξία ήταν το KW260S, το νέο γυναικοειδές, το έπαθλο για την ποιότητα του σπέρματος που εκχωρούσε στο Κοινό Κέντρο Τεκνοποιίας; Η αλήθεια είναι ότι η Έπη ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ξανθιά, φτιαγμένη από καλής ποιότητας σιλικόνη και επικαλυμμένη ολόκληρη από κατεργασμένο δέρμα νεαρής γαζέλας, είχε τόσο προχωρημένο λογισμικό, που μπορούσες να μιλάς για ώρες μαζί της. Την ονόμασε Επιπλέον, από τη χρήση της σαν έπιπλο του σπιτιού, αλλά και από τη παραπάνω απόλαυση που έδινε στη καθημερινή συλλογή του σπέρματος.
Ο Δέλτα αισθανόταν τυχερός άνθρωπος. Ένα καπρίτσιο της φύσης τον είχε προικίσει με άριστης ποιότητας σπέρμα και αυτό είχε προκαλέσει θετικές αλυσιδωτές αντιδράσεις στη ζωή του. Απέφυγε τη στράτευση και έτσι γλύτωσε από το θάνατο ή στη καλύτερη περίπτωση είκοσι χρόνια υποχρεωτικής συμμετοχής στο πόλεμο. Του παραχωρήθηκε διαμέρισμα στη γυάλινη συνοικία “Μπρετόν” που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή και κύριο θεωρητικό εκπρόσωπο του υπερρεαλισμού. Ο Αντρέ Μπρετόν είχε το πολύ αγαπημένο όνειρο, ένα γυάλινο σπίτι χωρίς κουρτίνες που ο άνθρωπος ζει υπό τα βλέμματα όλων. Η ομορφιά της διαφάνειας. Και όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ένα κράτος αναλαμβάνει να υλοποιήσει το όραμα ενός μεγάλου στοχαστή, το αποτέλεσμα είναι η ολοκληρωτική παραμόρφωσή του. Η γυάλινη συνοικία ήταν μια τεράστια πολυκατοικία, φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο που κανένας ένοικος δεν μπορούσε να δει κανέναν αν και όλους τους έβλεπε και τους παρακολουθούσε η Ασφάλεια. Καθόλου δεν τον ένοιαζε.
Το μεγαλύτερο όμως προνόμιο θα το απολάμβανε σε μια βδομάδα. Μόλις θα γινόταν σαράντα ετών θα είχε τη μοναδική δυνατότητα για ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένα ταξίδι ως τη πιο απομακρυσμένη εσχατιά από το παρελθόν του ανθρώπου. Είχε σχεδόν καταλήξει για την χρονική εποχή που θα διάλεγε να ταξιδέψει. Ήταν σε όλους γνωστή η αγάπη του για την Οδύσσεια.
Η Έπη μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το δίσκο με το πρωινό του. Η μυρωδιά του πραγματικού καφέ, άλλο ένα από τα μικρά προνόμια που του έκαναν ευχάριστη τη καθημερινότητα, τον έσπρωξε να ανασάνει βαθειά. Ακούμπησε χαμογελαστή το δίσκο στο κομοδίνο και ανασήκωσε το σεντόνι που τον σκέπαζε. Η πρωινή στύση, αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο, ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Τα χείλη της εφάρμοσαν απαλά και σίγουρα. Αισθάνθηκε τη ζεστασιά του στόματος. Οι κινήσεις σταθερές και με ελεγχόμενη αυξομείωση, έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Το σπέρμα που ξεχύθηκε βίαια, ζεστό και ιδρωμένο, αποθηκεύτηκε στο μικρό ψυγείο που βρισκόταν στη θέση των πνευμόνων. Πολύχρωμες αναλαμπές στο βάθος του ορίζοντα, αντανακλάσεις των ακτίνων λέιζερ, μαρτυρούσαν το πόλεμο που μαίνονονταν.

***
Ο πόλεμος! Αυτός ο μέγας εξολοθρευτής της ανθρώπινης ύπαρξης. Επί εκατόν τριάντα πέντε χρόνια, τα δυο μοναδικά κράτη του πλανήτη μάχονταν λυσσαλέα και χωρίς σταματημό. Ένοιωσε το μίσος του να φουντώνει για το κράτος της Αμαζονίας, αναλογιζόμενος τις καταστροφές που είχε επιφέρει στην ανθρωπότητα. Πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή όλων, πόσο θα είχε προχωρήσει η επιστήμη, σε τι πρωτόγνωρα μονοπάτια θα είχε βαδίσει η γνώση!
Οι γυναίκες! Αυτός ο δούρειος ίππος του διαβόλου. Πόσο αρρωστημένο χιούμορ είχε αυτός που τις δημιούργησε και τις κατέστησε γεννήτορες της ζωής; Ήταν θέμα χρόνου, αρχέγονου χρόνου, να τα βάλουν με την ίδια τη ζωή. Και ότι δεν το κατάφεραν τότε, το δίσεκτο έτος μηδέν, προσπαθούν ανελέητα να το πετύχουν τώρα με το πόλεμο!
Τα γνώριζε τα γεγονότα λες και ήταν παρών στις εξελίξεις. Το πτυχίο ιστορικού από το Κυανοπωγώνειο Πανεπιστήμιο μαρτυρούσε αυτή τη γνώση. Όλα ξεκίνησαν από την ανακάλυψη του αξιοθρήνητου επιστήμονα δόκτορος Σμίθ στη δεκαετία του τριάντα του εικοστού τρίτου αιώνα της παλιάς αρίθμησης. Αυτός ο χαμένος ανακάλυψε τη μέθοδο της αναπαραγωγής του είδους χωρίς καθόλου τη συμμετοχή ανδρών. Οι γυναίκες με αποκλειστικά δικό τους υλικό, γονιμοποιούσαν το ωάριο τους και τεκνοποιούσαν. Ολόκληρο το κράτος αναστατώθηκε. Ήταν το μοναδικό θέμα στα μέσα ενημέρωσης. Δηλώσεις προβεβλημένων και σπουδαίων γυναικών της εποχής, για το τέλος της ανδροκρατίας, έριχναν λάδι στη φωτιά. Τότε αναφέρθηκαν και οι πρώτοι φόνοι παντρεμένων. Οι άντρες, ανήσυχοι και προβληματισμένοι, αλλά προπαντός ανοργάνωτοι, απάντησαν με βρισιές και ειρωνικά σχόλια, ενίοτε δε και με σφαλιάρες, στις ξεσαλωμένες γυναίκες τους. Οι διαδηλώσεις των γυναικών όμως ήταν καθημερινό φαινόμενο και είχαν επιφέρει πλήρη αναρχία στη πρωτεύουσα. Σε μια από αυτές, την ώρα που παρέδιδαν στη κυβέρνηση ένα ψήφισμα, η Σέχτα των Επαναστατημένων Γυναικών, με έφοδο κατέλαβε το κυβερνητικό κτίριο, άρπαξε την εξουσία και κήρυξε στρατιωτικό νόμο σε όλη την επικράτεια. Αμέσως άρχισαν οι συλλήψεις των πιο μαχητικών ανδρών, οι στημένες δίκες και οι εκτελέσεις. Οι άντρες όχι μόνο πιάστηκαν στον ύπνο, αλλά σαν χαμένοι απλά παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Και θα είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς, αν δεν υπήρχε ο θρυλικός Ύψιλον xs που έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο Σπίθας και με τη θυσία του ταρακούνησε και ξύπνησε συνειδήσεις. Ζωσμένος με εκρηκτικά, πήγε στο κτίριο του άθλιου επιστήμονα και ανατινάχθηκε μαζί με όλο το υλικό, παίρνοντας μαζί του την πιο άχρηστη και συνάμα επικίνδυνη ανακάλυψη στα χρονικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Σέχτα, λυσσασμένη από την εξέλιξη, απάντησε με πογκρόμ συλλήψεων και εκτελέσεων. Οι άντρες οπισθοχώρησαν στο βόρειο τμήμα του κράτους, ανασυντάχτηκαν, κατέλαβαν τις απομακρυσμένες πολιτείες και ανακηρύξαν το κράτος της Ανδρόπολης. Από τότε ξεκίνησε ο πόλεμος. Όσοι άντρες έμειναν πίσω στις γυναίκες τους και όσες γυναίκες ακολούθησαν τους άντρες τους, πιστεύοντας αφελώς στον έρωτα, πολύ γρήγορα κατηγορήθηκαν για κατασκοπία και εκτελέστηκαν, αφήνοντας τα δυο κράτη καθαρά και αμόλυντα. Ωστόσο οι απώλειες και από τα δυο μέρη ήταν τρομαχτικές. Ο πληθυσμός αποδεκατίζονταν με γεωμετρική πρόοδο και μιας και είχαν σταματήσει οι γεννήσεις, οι δυο πλευρές γρήγορα βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Τότε έγινε η πρώτη και η μοναδική εκεχειρία που κράτησε πέντε μήνες. Μετά από θυελλώδεις συζητήσεις κατέληξαν στη δημιουργία του Κοινού Κέντρου Τεκνοποιίας. Οι άντρες θα έβαζαν το σπέρμα, οι γυναίκες το σώμα και τα παιδιά ανάλογα με το φύλο τους θα πήγαιναν στα αντίστοιχα κράτη. Και επειδή το όλο θέμα ήταν πολύ σοβαρό, η ανάγκη για καλής ποιότητας σπέρμα ήταν πολύ μεγάλη. Αυτή η ανάγκη άλλαξε και τη ζωή του. Δεν έγινε καθηγητής, αλλά πήρε την τιμητικότατη και πολύ καλά αμειβόμενη θέση του δημόσιου σπερματοδότη. Αλλά δεν έπαυε να υπάρχει ο πόλεμος, που από τη μια στιγμή στην άλλη μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω.
Όλες αυτές οι σκέψεις τον εκνεύρισαν πολύ. Ένοιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να σακατέψει την Έπη στις κλωτσιές, αλλά συγκρατήθηκε. Τι έφταιγε το αθώο μηχάνημα, άσε που ήταν πια αρκετά μεγάλος για χειρωνακτική εργασία.

***
Τα πάντα ήταν έτοιμα για το μεγάλο ταξίδι στο χρόνο. Αντίθετα με ότι πίστευαν στους περασμένους αιώνες, τα ταξίδια στο χρόνο ήταν πλέον πραγματικότητα, αλλά μόνο προς τα πίσω. Δεν μπορούσες να παρέμβεις στα γεγονότα, αλλά μπορούσες πολύ εύκολα να σκοτωθείς αν βρισκόσουν στο λάθος μέρος τη σωστή στιγμή. Ήταν ένα ρίσκο που άξιζε να το πάρεις. Του έφεραν σπίτι, με τιμητικό άγημα, τη μια και μοναδική μηχανή του χρόνου που διέθετε το κράτος. Έμοιαζε με ηλεκτρική καρέκλα. Μόνο που αντί για κουμπιά είχε αιωρούμενες μπάλες οδηγιών και εκτέλεσης επιθυμιών. Μπλε για τις οδηγίες, πράσινες για τις επιθυμίες. Άπλωσε προσεκτικά το χέρι του σε μια μπλε. Μόλις την ακούμπησε το ολόγραμμα ενός ανδρικού μοντέλου τον καλωσόρισε και του είπε τις οδηγίες έναρξης. Έτρεξε στη βιβλιοθήκη πήρε στα χέρια του την Οδύσσεια και άρχισε να διαβάζει από την ραψωδία μ και το στίχο εκατόν εξήντα πέντε:
"ἦ τοι ἐγὼ τὰ ἕκαστα λέγων ἑτάροισι πίφαυσκον·
τόφρα δὲ καρπαλίμως ἐξίκετο νηῦς ἐυεργὴς
νῆσον Σειρήνοιιν."
Συνέχισε μέχρι το διακοσιοστό στίχο για να δώσει ακριβώς το στίγμα της τοποθεσίας και του εξελισσόμενου γεγονότος. Έδωσε τις ημερομηνίες και την περιοχή που είχαν καταλήξει οι ιστορικοί μελετητές. Ήταν σχεδόν έτοιμος. Ακούμπησε μια πράσινη μπάλα και εξέφρασε την επιθυμία του να είναι μέσα στο πλοίο του Οδυσσέα. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ήταν απολύτως σίγουρος ότι στις σειρήνες βρισκόταν το κρυμμένο νόημα της ζωής. Δεν ήταν μόνο ο στίχος του Ομήρου που το υπονοούσε “γιατί τα πάντα εμείς γνωρίζουμε.” Ήταν και όλη η φιλολογία που είχε αναπτυχθεί ανά τους αιώνες που έκανε ακόμα και τον Κάφκα να δώσει την εντελώς ξεχωριστή άποψή του για το θέμα: “Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους.”
Μόλις είχε διαβεί το κατώφλι της κρίσιμης ηλικίας των σαράντα ετών. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις πολλές και τα αναπάντητα ερωτήματα βουνό. Ήταν αποφασισμένος να μάθει και θα το έκανε με κάθε τίμημα. Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε αποφασιστικά το μοχλό. Ένοιωσε το κενό στη κοιλιά να ανεβαίνει προς τα πάνω. Ο ίλιγγος που τον κυρίεψε είχε την ευχάριστη αίσθηση του χαμού. Ο χώρος εξαφανίστηκε και ο χρόνος σταμάτησε. Άρχισε να κρυώνει. Κύματα τον περιβάλουν και τον σκεπάζουν ολόκληρο. Δεν μπορεί να ανασάνει, καταπίνει νερό, πνίγεται. Κλωτσάει απελπισμένα, ανεβαίνει προς τα πάνω. Επιτέλους αέρας, ανασαίνει βαθειά. Ανοίγει τα μάτια και δεν το πιστεύει αυτό που βλέπει. Μόνος, στη μέση της θάλασσας, να προσπαθεί να κρατηθεί στην επιφάνεια. «Κάτι δεν πήγε καλά με το κωλομηχάνημα» σκέφτεται και συνεχίζει να παλεύει με τα κύματα. Για μια στιγμή διακρίνει μια μπλε μπάλα απ΄ αυτές με τις οδηγίες. Προσπαθεί να τη φτάσει, απομακρύνεται. Ξαναπροσπαθεί, χάνεται. Διώχνει κάθε σκέψη από το μυαλό του. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να σωθεί. Κολυμπάει ώρες ατελείωτες, είναι πια μεσημέρι και οι δυνάμεις του αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν. Και τότε, σαν σε όραμα, τη διακρίνει. Ναι, είναι στεριά! Επιστρατεύει όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει και φτάνει σχεδόν λιπόθυμος στην ακτή. Ίσα που πρόλαβε να διακρίνει μια αέρινη ύπαρξη με μακριά μαλλιά και μεγάλα στήθη να του απλώνει το χέρι.
Το πρώτο πράγμα που ένοιωσε ήταν η μυρωδιά του φαγητού. Τότε κατάλαβε πόσο πεινούσε. Άνοιξε αργά τα μάτια του και προσπάθησε να διαβάσει το χώρο. Κανένα στοιχείο πολιτισμού. Παντού απάτητη, παρθένα, ξελογιάστρα φύση. Με χρώματα γεμάτα από άνοιξη. Το κελάηδημα των πουλιών ανακατεμένο με το ελαφρύ αεράκι έδιωχνε κάθε αρνητική σκέψη. Λίγο πιο πέρα ένα ξύλινο σπιτάκι, απόλυτα ταιριαστό με το τοπίο, φανέρωνε τη μόνη και διακριτική παρουσία ανθρώπου. Ανθρώπου; Ότι και να ήταν αυτό που μόλις είχε προλάβει να δει στην ακτή, ήταν ξεχωριστό. Το πλάσμα βγήκε από το σπίτι και πλησίασε κρατώντας ένα δίσκο γεμάτο φαγητά και φρούτα. Ο Δέλτα ασυναίσθητα μαζεύτηκε και πήρε στάση αμυντική. Του χαμογέλασε.
- Μη με φοβάσαι. Αν ήταν να σου κάνω κακό θα το είχες πάθει ήδη. Χαλάρωσε και απόλαυσε το φαγητό, μοιάζεις πολύ πεινασμένος.
Τα λόγια της του φάνηκαν λογικά. Δεν είχε και πολλές επιλογές. Άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και άρχισε να τρώει με βουλιμία. Όλα τα εδέσματα ήταν θεσπέσια. Σίγουρα δεν είχε ποτέ στο παρελθόν νοιώσει τέτοια ευχαρίστηση με φαγητό και σίγουρα αυτό δεν οφείλονταν στη πείνα του. Κάτι ανεξήγητο άρχισε να εισχωρεί στο σώμα του, να τον χαλαρώνει και να του φτιάχνει τη διάθεση. Ήπιε μονορούφι τη κούπα με το κρασί και ρεύτηκε χωρίς να προλάβει να βάλει το χέρι στο στόμα του.
- Συγνώμη, είπε κατακόκκινος.
Το πλάσμα που τον παρακολουθούσε με τρομερό ενδιαφέρον όλη αυτή την ώρα που έτρωγε, ξέσπασε σε ένα αβίαστο κελαριστό γέλιο.
- Σαν στο σπίτι σου, του είπε και του πρόσφερε ένα φρούτο που του ήταν παντελώς άγνωστο.
- Έχω ένα εκατομμύριο ερωτήσεις να σου κάνω και δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω, της είπε την ώρα που μασούλαγε το φρούτο.
- Να ρωτήσεις ό,τι θέλεις, αλλά να ξέρεις ότι όλες οι απαντήσεις δεν θα είναι κατανοητές και παραδεχτές από σένα. Μη ξεχνάς ότι είμαι υπερφυσικό ον.
- Ωραία, αφήνω στην άκρη ερωτήσεις για τη γλώσσα, την ηλικία, το πώς ζεις εδώ ολομόναχη και άλλα τέτοια. Πες μου όμως ποια είσαι, τι είσαι, τι προσφέρεις στο κόσμο;
- Είμαι η Λιγεία, η μικρότερη από τις Σειρήνες και η μόνη που απέμεινε. Οι μεγαλύτερες αδερφές μου αυτοκτόνησαν, μόλις ό ένας και μοναδικός άνθρωπος, ο πανούργος Οδυσσέας, πέρασε χωρίς να σταματήσει. Εγώ τη γλύτωσα γιατί κρατούσα συντροφιά στον Ηρακλή. Και τώρα θα σου αποκαλύψω ένα σπουδαίο μυστικό, που δεν το έμαθε ποτέ η ανθρωπότητα. Οι Σειρήνες όχι μόνο δεν κατασπάρασσαν τους περαστικούς αλλά είχαν την αποστολή να κρατάν συντροφιά σε διακεκριμένους και ξεχωριστούς ανθρώπους ανά τους αιώνες. Οι απλοί, οι καθημερινοί άνθρωποι δεν άκουγαν και δεν έβλεπαν τίποτα. Περνούσαν από τα μέρη μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Μόνο οι ξεχωριστοί είχαν αυτό το προνόμιο.
- Όταν λες συντροφιά; ρώτησε επιφυλακτικά ο Δέλτα.
- Η ζωή είναι κάτι το πρόσκαιρο και φευγαλέο. Εμείς σαν υπερφυσικά όντα ξέρουμε πότε θα πεθάνει κάποιος άντρας. Όταν αυτός είναι σπουδαίος, του παρέχουμε δώδεκα μέρες αξεπέραστης ηδονής και απόλαυσης και σαν αντάλλαγμα του παίρνουμε εμείς τη ψυχή . Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να συνεχίζεται η παρουσία μας. Στο δικό μας πεπρωμένο δεν χωράει αποτυχία. Η αποτυχία είναι και το τέλος μας.
Παγερή σιωπή ακολούθησε τη τελευταία λέξη της Λιγείας. «Τη γάμησα, σε δώδεκα μέρες θα πεθάνω» σκέφτηκε έντρομος ο Δέλτα και κοίταξε με αγωνία για καμιά πράσινη μπάλα επιθυμιών. Τίποτα.
- Προσπάθησε να ηρεμήσεις και σκέψου λογικά. Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνεις. Για λόγους που δεν έχω τη δυνατότητα να σου εξηγήσω αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Γιατί να σου συμβεί στο σπίτι, στη δουλειά σου, στο δρόμο; Εδώ στη φύση, άσπιλος και αμόλυντος, δεν είναι καλύτερα; Άσε που εσύ ειδικά θα γνωρίσεις για πρώτη φορά τον έρωτα. Χαλάρωσε λοιπόν. Πάω για λίγο στο σπίτι και επιστρέφω.
Την είδε να απομακρύνεται αεράτη. Μα πως κουνάει έτσι τον κώλο της;
Ο Δέλτα αδυνατούσε να συγκεντρωθεί. Ήταν πολλά και παράξενα αυτά που έπρεπε να χωνέψει. Ο Οδυσσέας με τη βοήθεια της Κίρκης άλλαξε το πεπρωμένο του και σώθηκε. Αν μπορούσε να δραπετεύσει μπορεί και να τη γλύτωνε. Αλλά πως θα τα κατάφερνε; Πώς να ξεφύγεις στη μέση του πουθενά από ένα υπερφυσικό όν; Από την άλλη, τι σόι σπουδαίος άντρας ήταν αυτός; Είναι δυνατόν λίγο σπέρμα, έστω και καλής ποιότητας, να έχει τόση δύναμη; Και αν όντως αυτό τον έκανε σπουδαίο; Αν γεννιόταν από το σπέρμα του ένας ηγέτης; Και αν αυτός ο ηγέτης ήταν γυναίκα; Αυτή η σκέψη του έφερε ζάλη. «Λες να είμαι εγώ η αιτία της ολοκληρωτικής εξαφάνισης των αντρών; Καλύτερα να τον έκοβα από τη ρίζα του!» «Που στο καλό έχουν εξαφανιστεί οι μπάλες; Αύριο το πρωί θα ψάξω παντού». Αυτός ήταν και ο τελευταίος συλλογισμός που έκανε πριν τον πάρει ο ύπνος. Ένας βαθύς, χωρίς όνειρα, λυτρωτικός ύπνος.

***
Το πρωί ξύπνησε με στύση. Τι μυστήριο πράγμα η φύση! «Δε μου φτάνουν όλα όσα έχω στο κεφάλι μου, έχω και σένα!» μονολόγησε εκνευρισμένος. Συμμάζεψε τα κουρέλια του προσπαθώντας να κρύψει τη κατάστασή του και σηκώθηκε για ένα περίπατο. Έκανε πως παρατηρούσε και θαύμαζε το τοπίο, αλλά απώτερος σκοπός του ήταν βρει κάποια από τις μπάλες. Από παντού είχε εισβάλει η άνοιξη και τα πάντα περιέβαλε η θάλασσα. Χωρίς να βρει τίποτα και ακόμα πιο μπερδεμένος για το πώς θα αντιδράσει, επέστρεψε πίσω. Η Λιγεία τον υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε από τη μέση. Αυτή η πρώτη επαφή του έφερε ανατριχίλα. Το κορμί της σκόρπιζε κάτι από τη μυρωδιά του ταπεινού χαμομηλιού, τόσο φευγαλέα που ένοιωσε έντονη την επιθυμία να κολλήσει τη μύτη του πάνω της και να εισπνεύσει δυνατά. Του χάιδεψε τα μαλλιά και του σιγοτραγούδησε στο αυτί, έναν άγνωστο μεθυστικό σκοπό. Από τη χαλάρωση λύγισαν τα γόνατά του. Ξάπλωσαν χάμω και συνέχισε να τον χαϊδεύει στο στήθος. Όταν ακούμπησε τα χείλη της στο λαιμό του και ένοιωσε τη καυτή ανάσα της στο κορμί του, γνώρισε ξανά τον ίλιγγο του χαμού. Η Λιγεία τον άφησε για λίγο και έμεινε ανάσκελη σε μια στάση που φώναζε ψάξε με. Ο Δέλτα, περισσότερο από περιέργεια γεμάτη επιφύλαξη για το άγνωστο, την ακούμπησε άγαρμπα και το ροζιασμένο δεξί του χέρι τη γρατζούνισε ελαφρά. Ένας μικρός αναστεναγμός της ξέφυγε και πρόσεξε το σώμα της που ρίγησε ολόκληρο. Το τράβηξε προς τα πίσω φοβισμένος, αλλά η Λιγεία το ξαναέπιασε με τα δυο της χέρια και το ξαναέβαλε πάνω της πιέζοντάς το δυνατά. Αρκετά ξεθαρρεμένος άρχισε να τη πασπατεύει και με τα δυο του χέρια. Πότε τη χάιδευε και πότε τη ζουλούσε. Οι αναστεναγμοί και οι συσπάσεις του προσώπου έδειχναν να το απολαμβάνει τρελά. Αυτό του δημιούργησε ένα ανεξήγητο αίσθημα ικανοποίησης. Οι ερωτικές του περιπτύξεις με το γυναικοειδές περιορίζονταν στη πρωινή περισυλλογή του σπέρματος και το κυριακάτικο πήδημα. Αυτό γινόταν μηχανικά, με το ρομπότ πάντα χαμογελαστό και με τις ίδιες ρουτινιάρικες κινήσεις. Εδώ δημιουργούσε ηδονή και αυτή η σκέψη, αυτή η σκηνή τον ερέθισε πολύ. Παρατήρησε και αλλαγές στο σώμα της. Το στήθος κοκκίνισε ελαφρώς και οι θηλές σκλήρυναν. Ήταν και αυτή η μυρωδιά! Έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα στήθη, τα πίεσε με τα χέρια του και ρούφηξε ξανά και ξανά τις οσμές της σε μια προσπάθεια να τις φυλακίσει μέσα του. Ακούμπισε τα χείλη του στη μεταξένια επιδερμίδα και γεύτηκε την αλμύρας της. Τώρα τα χέρια του αλώνιζαν το κορμί της. Σταμάτησαν στο μικρό τριχωτό τρίγωνο περισσότερο από αμηχανία. Αυτή τη λεπτομέρεια δεν την ήξερε. Η Έπη και όλα τα προηγούμενα γυναικοειδή δεν είχαν ίχνος από τρίχες στο συγκεκριμένο σημείο. Το χάιδεψε για λίγο, ανασηκώθηκε και του έριξε μια κριτική ματιά και αποφάνθηκε ότι ταίριαζε απόλυτα με το όλο. Άλλη έκπληξη ακόμα μεγαλύτερη. Οι άκρες των δαχτύλων του ένοιωσαν την υγρασία και τη κάψα του αιδοίου. Το αχ που ακούστηκε ήταν πιο μεθυστικό και από το τραγούδι της. Όλο της το σώμα φώναζε «πάρε με» και τα χείλη της το σιγοψιθύρισαν. Πρωτόγνωρα συναισθήματα τον πλημμύρισαν. Τούτο το πλάσμα που τον εξουσίαζε, που είχε λόγο και απόφαση για τη ζωή και το θάνατό του, ήταν τώρα εδώ μπροστά του ανήμπορο και αδύνατο, ικέτης των χαδιών του, έτοιμο να παραδοθεί. Τώρα πια δεν ήθελε να γαμήσει για να χύσει. Τώρα ήθελε να κατακτήσει. Ο φαλλός του, όρθιος και στητός, αγέρωχος και καμαρωτός, μπήκε μέσα της όπως ο Φιντέλ πάνω στο τζιπ στην παραδομένη Αβάνα.

***
Οι μέρες κύλισαν μέσα σε μια κραιπάλη συνουσίας, φαγητού και κρασοκατάνυξης. Η Λιγεία όργωνε το κορμί του και το έστυβε ρουφώντας μέχρι τη τελευταία στάλα ηδονής που έκρυβε μέσα του. Ο Δέλτα ήταν ευτυχισμένος. Ένοιωσε για πρώτη φορά τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο και έπαψε να φοβάται το θάνατο. Μακάριζε τη τύχη του για την υπέροχη τροπή που είχε πάρει η όλη ιστορία. Τι παραπάνω θα μπορούσε να του προσφέρει από δω και πέρα η ζωή; Ούτε καν μπορούσε να υποψιαστεί στο μέχρι τώρα μίζερο βίο του, αυτές τις απολαύσεις της σάρκας και του νου. Ήταν δρόμος χωρίς επιστροφή. Τούτο το κρεσέντο, αυτή η σταθερή άνοδος της ευφροσύνης, δεν είχε επιστροφή. Η κορύφωσή του ήταν ο θάνατος. Ένας λυτρωτικός, ελπιδοφόρος και γαμάτος θάνατος.
Τη τελευταία μέρα η Λιγεία ήταν εκθαμβωτική. Περπάτησαν πιασμένοι από το χέρι σιωπηλοί, απολαμβάνοντας την ομορφιά του κόσμου. Ο Δέλτα είχε την ήρεμη μορφή ανθρώπου που γνωρίζει. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να διαταράξει τη γαλήνη του. Η προηγούμενη ζωή του, η καθημερινότητά του, ο πόλεμος, όλα αυτά φάνταζαν μακρινά και ξένα, σαν μυθιστόρημα που είχε διαβάσει πριν από χρόνια και είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες. Το μόνο που σκέφτηκε με μια δόση πίκρας ήταν ο λάθος δρόμος που είχαν πάρει τα δυο κράτη του πλανήτη. «Μόνο να ήξεραν τι έχαναν» είπε μέσα του και λυπήθηκε για το γεγονός ότι δεν είχε τρόπο να τους το πει, να το φωνάξει.
Στις δώδεκα ακριβώς θα γινόταν η θυσία. Όλα είχαν ετοιμαστεί με περισσή φροντίδα και σεβασμό, σαν σε ιεροτελεστία. Κεριά άναβαν γύρω από το σημείο που θα ξάπλωνε ο Δέλτα. Λίγο πιο πέρα σε μια υπερυψωμένη θέση μέσα σε μια χρυσή κούπα, ένα άγνωστο φυτό καιγόταν και σκόρπιζε παντού μια μεθυστική μυρωδιά. Ο Δέλτα ξάπλωσε ανάσκελα και έμεινε ακίνητος με το φαλλό προτεταμένο. Όλη αυτή η διαδικασία και η μυρωδιά από το άγνωστο φυτό τον είχαν διεγείρει απίστευτα. Η Λιγεία κάθισε πάνω του και άρχισε να λικνίζεται σοβαρή και συγκρατημένη. Με την εκσπερμάτωση θα ερχόταν και τέλος. Το τελευταίο σπέρμα! Μια γλυκιά μέθη άρχισε να απλώνεται στο σώμα του. Έκλεισε τα μάτια του κρατώντας για πάντα τη μορφή της μέσα του.
- Τι είναι αυτό το πράγμα; Η φωνή της ακούστηκε έκπληκτη και τον επανέφερε απότομα. Άνοιξε τα μάτια του και είδε μια μπλε μπάλα να αιωρείται ανάμεσά τους.
- Άστο, μη το πειράζεις. Είναι απομεινάρι από τον κόσμο μου, είπε έντρομος μπροστά στη προοπτική να χαλάσει η τελετουργία. Πάρε με, τελείωσέ με, την ικέτεψε.
Η Λιγεία όμως πριν απ΄ όλα και πάνω απ΄ όλα ήταν γυναίκα. Άπλωσε το χέρι της, η μπάλα έσκασε και εμφανίστηκε το ολόγραμμα ενός κουκουλοφόρου που άρχισε να μιλά βιαστικά και μπερδεμένα.
«Είμαστε οι ένοπλοι πυρήνες επανένωσης. Αγωνιζόμαστε για μια αταξική κοινωνία με άνδρες και γυναίκες. Δεν υπάρχει κανένα ταξίδι στο χρόνο, όλα αυτά που ζεις είναι λογισμικό ανωτέρας ποιότητας. Το δημιουργούμε εμείς, οι εργάτες του πνεύματος για λογαριασμό του κράτους. Σκοτώνουν τους σπερματοδότες όταν γεράσουν. Σας παραπλανούν δήθεν με το ταξίδι και σας καίνε στην ηλεκτρική καρέκλα. Έχουμε παρέμβει στο λογισμικό για να σε σώσουμε. Όμως από δω και πέρα θα είσαι μόνος. Εξήγησε στους συντρόφους σου της χειρονακτικής εργασίας τι συμβαίνει και αυτοοργανωθείτε. Κάποια στιγμή θα ενωθούμε στον χείμαρρο της επανάστασης. Επανένωση η θάνατος
Η Λιγεία κούνησε ενοχλημένη το χέρι της, διέλυσε το παράξενο σκηνικό και ανήσυχη συνέχισε να λικνίζεται πολύ πιο βιαστικά για να καλύψει το χαμένο χρόνο. Ο Δέλτα όμως είχε προλάβει να τραβήξει το μοχλό και τώρα στροβιλίζονταν στη χοάνη της επιστροφής. Τσουρουφλισμένος και με μισοκαμένα ρούχα πετάχτηκε από τη καρέκλα και έπεσε στο πάτωμα. Μόλις συνήλθε, πήρε αγριεμένος ένα χοντρό σωλήνα και έκανε κομμάτια τη διαβολομηχανή. Η Έπη χαμογελαστή σκούπιζε και καθάριζε. Τώρα πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Πέρασε στη παρανομία. Ήξερε ότι αν τον έπιαναν θα τον εκτελούσαν χωρίς δίκη. Περίμενε να σκοτεινιάσει, πήρε μαζί του ένα σουγιά, γέμισε τις τσέπες του μύγδαλα και γλίστρησε στο σκοτάδι. Έφτασε μέχρι την ηλεκτρονική ασπίδα που κάλυπτε το κράτος. Από ένα μυστικό πέρασμα που κατά τύχη γνώριζε από τα παιδικά του χρόνια βγήκε στη χέρσα γη. Παρέκαμψε το στρατό της Ανδρόπολης που πολεμούσε και τη νύχτα και τράβηξε προς το βουνό. Αφού ανέβηκε μια πλαγιά και τη κατέβηκε βρέθηκε πίσω από τις γραμμές του στρατού της Αμαζονίας στην άκρη του, εκεί που σχεδόν τελείωνε η ανάπτυξή του. Πλησίασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και άρχισε να παρατηρεί τις στρατιωτίνες. Ήταν σχετικά εύκολο γιατί τα λέιζερ είχαν κάνει τη νύχτα μέρα. Ξεχώρισε μια μελαχρινή με μακριά μαλλιά. Ήταν πολύ δραστήρια, έτρεχε πάνω κάτω, φώναζε, έδειχνε, πυροβολούσε. Ο Δέλτα έψαξε γύρω του και βρήκε ένα χοντρό ξύλο. Τα καθάρισε με το σουγιά από τα περιττά κλαδάκια, το έσφιξε στο χέρι του και πήγε με μεγάλη προφύλαξη προς το βράχο που είχε ακουμπήσει για να ξεκουραστεί η πολεμίστρια. Το χτύπημα στο κεφάλι ήταν αποτελεσματικό. Η γυναίκα έπεσε λιπόθυμη χωρίς να βγάλει κιχ. Ο Δέλτα την πλησίασε έχοντας το χοντρό ξύλο στον ώμο του. Έσκυψε πάνω της τρυφερά και με το άλλο χέρι την έπιασε από τα μαλλιά και την έσυρε μέχρι τη σπηλιά.




Υ.Γ. Ο πίνακας ζωγραφικής του John William Waterhouse με τίτλο: The siren είναι δανεισμένος από εδώ

Παρασκευή, 13 Φεβρουάριος 2009

Οι χειροπέδες

Απαραίτητη η γονική συναίνεση

Η Αντιγόνη Πολίτη, παντρεμένη νοικοκυρά μέσης ηλικίας, ένοιωσε την ένταση να τη κυριεύει. Από τη μια η προσμονή για αυτό που θα ερχόταν και από την άλλη οι τύψεις που δεν την άφηναν σε ησυχία. Όλα αυτά που της συνέβαιναν τελευταία, ήταν πρωτόγνωρα για την ίδια. Είχε προετοιμάσει τη συνάντηση με προσοχή αλλά και με ζήλο που είχε καταπλήξει και την ίδια. Αυτό που δεν περίμενε ήταν η αντίδραση του εαυτού της. Τρομερά ενοχλημένη τίναξε το χέρι της στον αέρα σα να έδιωχνε φαντάσματα. Πείσμωσε. Κανείς και τίποτα δεν θα τη σταματούσε τώρα, πόσο μάλλον αναστολές και τύψεις από ένα γάμο που είχε αποβιώσει προ πολλού.
Έβαλε το αγαπημένο της άρωμα, πήρε τη τσάντα με το κινητό, άνοιξε τη πόρτα βιαστικά και τη βρόντηξε δυνατά πίσω της. Έκανε νόημα στο ταξί που φάνηκε και έδωσε τη διεύθυνση. Αρκετά ήρεμη πια ξανασκέφτηκε όλο το σκηνικό.

****
Το ραντεβού με τον Νικόλα ήταν στο κέντρο της Αθήνας. Θα τον περίμενε στο φανάρι της Τρίτης Σεπτεμβρίου και Βερανζέρου γωνία. Θα της έκανε σήμα με τα φώτα από το μαύρο Άουντι στις επτά το απόγευμα ακριβώς. Δεν τον είχε ξαναδεί, όμως ένοιωθε σα να τον γνωρίζει χρόνια. Είχε δει μια φωτογραφία του και μάλιστα όχι ολόσωμη, μόνο το πρόσωπό του. Αμέσως τη κέρδισαν τα λιτά χαρακτηριστικά του. Το χαμόγελό του, ένα μείγμα παραπόνου και ειρωνείας, φανέρωνε μια στάση ζωής που τη γοήτευσε. Ένοιωσε μια σιγουριά ανεξήγητη. Εκείνο που στην αρχή ενστικτωδώς της άρεσε, με τη πάροδο του χρόνου και τη κουβέντα μαζί του, αυτές τις ατελείωτες ώρες τηλεφωνικής συνομιλίας, είχε μετατραπεί σε πεποίθηση. Ο Νίκος ήταν σαράντα πέντε ετών, πετυχημένος επαγγελματικά και άνετος οικονομικά. Παντρεμένος με δυο παιδιά, γνωρίστηκε μαζί του σε ένα φόρουμ με θέμα τη μουσική. Η ίδια, μητέρα μιας κόρης δεκαεννιά ετών και φοιτήτριας στη Θεσσαλονίκη, είχε τώρα τελευταία απεριόριστο ελεύθερο χρόνο, πολύ από τον οποίο ξόδευε σερφάροντας στο ιντερνέτ.
Ο γάμος της με τον Δημήτρη είχε εδώ και μια πενταετία μετατραπεί σε συμβατικό. Ούτε που θυμάται το πώς και το γιατί. Απλά είχε συμβεί αργά αλλά σταθερά και όλες οι προσπάθειές της για να το αποτρέψει είχαν τρακάρει πάνω στο νομοτελειακό του πράγματος. Ο άντρας της δεν ήθελε να ακούσει λέξη για αυτό το θέμα. «Ο γάμος είναι ιερός» έλεγε πάντα στο τέλος της κουβέντας, διόρθωνε τη γραβάτα του και σήκωνε τη βαλίτσα έτοιμος για το επαγγελματικό του ταξίδι. Ούτε που της είχε περάσει από το μυαλό μια παράλληλη σχέση. Είχε ξεχάσει πως είναι να την κυνηγούν και να προσπαθούν να τη κατακτήσουν. Το είχε ξεχάσει, αλλά ο Νίκος φρόντισε να της το θυμίσει με ένα τρόπο ελκυστικό και σαγηνευτικό συνάμα. Της έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο αφέθηκε να παρασυρθεί.
Ο λόγος του Νίκου ήταν δομημένος με λεπτότητα και κομψότητα και ταυτόχρονα επιτηδευμένα γενικευμένος. Η φωνή του ήρεμη, ακούγεται βαθειά με ένα τρόπο που την ερεθίζει και τη νανουρίζει μαζί. Μιλάει για το γάμο και τις σχέσεις σε θεωρητική βάση, με απώτερο σκοπό να της διώξει τις όποιες αναστολές διαπιστώνει μέσα από τη συζήτηση. Αναπτύσσει τις θέσεις του για τον έρωτα με τέτοιο τρόπο και πάθος ώστε να την κάνει να θέλει να ζήσει το όνειρο που της παρουσιάζεται εφικτό και άμεσα πραγματοποιήσιμο. Την ίδια στιγμή με μαεστρία επιχειρεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.
«Να προσέξουμε να μη παρασυρθούμε από το πάθος, γιατί έχουμε οικογένειες και με τίποτα δεν πρέπει να δυσαρεστήσουμε αγαπημένα μας πρόσωπα. Η εχεμύθεια και η διακριτικότητα είναι βασικές αρετές σε μια τέτοια περίπλοκη σχέση».
Σιγά μη δεν καταλάβαινε που το πάει. Χαμογέλασε με τη σκέψη. Πόσες και πόσες φορές δεν συλλογίστηκε, ακούγοντας όλα αυτά:
«Τι κάνει ο άνθρωπος για ένα γαμήσι! Σιγά μη τα καταφέρεις δικέ μου».
Και νάτη τώρα στο φανάρι αρωματισμένη, βαμμένη και φροντισμένη να τον περιμένει γι αυτό ακριβώς το λόγο. Μαύρο είναι το αμάξι που αναβοσβήνει τα φώτα;

*****

Από τη πρώτη στιγμή ένοιωσε άνετα μαζί του. Ο Νίκος φρόντισε με ένα φιλί στο μάγουλο να διώξει τους ενδοιασμούς και με την ατελείωτη λογοδιάρροια επί παντός επιστητού την όποια αμηχανία της στιγμής. Σταμάτησαν για ένα ποτό σε ένα απομακρυσμένο καφέ κάπου στα βόρεια προάστια. Της έπιασε το δεξί χέρι και το έσφιξε μέσα στα δικά του. Ένα γλυκό μούδιασμα άρχισε να απλώνεται σε όλο της το σώμα. Τώρα που τον είχε δίπλα της και τον παρατηρούσε με όλη της την άνεση, ένοιωσε δικαιωμένη. Όλα όσα είχε πλάσει με τη φαντασία της ήταν εδώ και με το παραπάνω. Παράγγειλε ένα καφέ φίλτρου και ο Νίκος ένα ουίσκι με πάγο. Θυμήθηκε αυτό που της είχε πει για τα τρία καλύτερα πράγματα στο κόσμο. Ένα ποτό πριν και ένα τσιγάρο μετά. Ή μήπως ανάποδα; Ποιος νοιάζεται; Έτσι κι αλλιώς ο Νίκος τα έκανε και τα δυο πριν και σίγουρα θα τα έκανε και μετά.
- Τι σκέφτεσαι; τη ρώτησε τρυφερά.
- Όλα και τίποτα. Είμαι μπερδεμένη, Προσπαθώ να τα χωνέψω όλα αυτά και ταυτόχρονα διώχνω κάθε σκέψη από το μυαλό μου, του απάντησε με κάθε ειλικρίνεια.
Ο Νίκος της χαμογέλασε με συγκατάβαση.
- Και εγώ πάνω κάτω τα ίδια αισθάνομαι. Μη με βλέπεις που το παίζω άνετος και κουλ. Η καρδούλα μου το ξέρει. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι και για μένα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι κάτι που το κάνω συχνά. Το μόνο σίγουρο έτσι που σε κοιτάζω είναι η ορθότητα της απόφασής μας να βρεθούμε. Σηκώθηκε όρθιος και της πρότεινε το χέρι.
- Πάμε;
Ένοιωσε την αδημονία να τη πλημμυρίζει. Τούτος ο άντρας που στεκόταν μπροστά της με το χέρι απλωμένο, όμορφος έξυπνος και καλλιεργημένος, της γεννούσε κύματα πόθου που έκαναν το κορμί της να δονείται. Τον ήθελε μέσα της και τον ήθελε τώρα.
Το ξενοδοχείο ήταν λίγο παρακάτω. Ένα παλιό αρχοντικό πνιγμένο στη βλάστηση, ήσυχο και απόμερο, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Η Αντιγόνη έμεινε λίγο παραπίσω και ο Νίκος ρύθμισε τις λεπτομέρειες για το δωμάτιο με έναν μοχθηρό γέρο που τα μάτια του έπαιζαν πονηρά και μάλλον της φάνηκε για ιδιοκτήτης. Την ώρα που πέρασε από μπροστά του, της χαμογέλασε με ένα τρόπο που την ενόχλησε σφόδρα. Ανέβηκαν από τη σκάλα στον πάνω όροφο. Στην άκρη του διαδρόμου ίσα που παρατήρησε ένα νεαρό να καθαρίζει τη τζαμαρία. Μόλις τους αντίκρισε χαμήλωσε δουλικά τα μάτια. Της φάνηκε για αλλοδαπός.
Ο Νίκος την ακούμπησε στον ώμο και την τράβηξε απαλά πάνω του.
- Όλη η νύχτα είναι δική μας. Το φαντάζεσαι μωρό μου; της είπε την ώρα που ξεκλείδωνε το δωμάτιο.

*****

Πριν ακόμα κλείσει η πόρτα πίσω τους, την αγκάλιασε τόσο σφιχτά που της έκοψε την ανάσα. Το φιλί του παθιασμένο και ανυπόμονο μαρτυρούσε το τέλος του καθωσπρεπισμού. Τα κορμιά είχαν το δικό τους κώδικα επικοινωνίας ο οποίος πουθενά δεν έγραφε τη λέξη σεμνότητα. Έπεσαν με τα ρούχα στο κρεβάτι. Συνέχισε να τη φιλάει ενώ το χέρι του άρχισε να τη ψαχουλεύει παντού. Τον τράβηξε απελπισμένα πάνω της ενώ τα πόδια της τύλιξαν το σώμα του και κλείδωσαν σε μια λαβή που έσφιγγε όλο και περισσότερο. Είχε πάρει φωτιά και ο Νίκος φρόντισε να τη σβήσει άμεσα και αποτελεσματικά. Αμέσως μετά έγειρε και αυτός στο πλάι και έμειναν για αρκετή ώρα ανάσκελα στο κρεβάτι με τα χέρια ανοιχτά να κοιτάνε το ταβάνι. Πρώτος σηκώθηκε ο Νίκος. Πήγε μέχρι το σακάκι του και από την εσωτερική τσέπη έβγαλε ένα μεταλλικό φλασκί. Ήπιε μια γερή δόση, φάνηκε να τον καίει και πέρασαν δυο λεπτά μέχρι να πάρει ανάσα. Κατακόκκινος και φανερά ικανοποιημένος της άπλωσε το χέρι με το μαραφέτι. Δοκίμασε με επιφύλαξη. Ουίσκι, με μια απαλή γεύση και μεταξένια υφή που άφηνε στο τέλος μια αύρα από κονιάκ.
- Τζόνυ μπλε, της είπε με κρυφό καμάρι.
- Ότι και να είναι, είναι μαγικό, του απάντησε και ξαναδοκίμασε μια πιο θαρραλέα δόση.
Έβγαλαν τα ρούχα, ανασήκωσαν τα σκεπάσματα και ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Ο Νίκος άναψε τσιγάρο. Το ποτό την είχε ευθυμήσει. Άρχισε να τον πειράζει. Πρώτα τον φίλησε στο στήθος. Πρόσεξε το ανατρίχιασμα.
- Αυτό ήταν όλο; τον ρώτησε όλο νάζι.
-Υπομονή! Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει… ψιθύρισε ξεφυσώντας το καπνό.
-Είναι πολύς ο καιρός, απάντησε και συνέχισε να τον φιλάει όλο και πιο κάτω. Ένοιωσε το μόριο του να ξαναζωντανεύει. Πλησίαζε σε επικίνδυνο βαθμό.
- Σταμάτα, της φώναξε πνιχτά, έχω καλύτερο σχέδιο.
Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε διερευνητικά στα μάτια. Αυτός σηκώθηκε, ξαναπήγε στο σακάκι και από την άλλη εσωτερική τσέπη έβγαλε πάλι ένα μεταλλικό αντικείμενο. Το πέταξε στο κρεβάτι και τότε κατάλαβε ότι ήταν ένα ζευγάρι χειροπέδες.
-Αφού έχεις όρεξη για παιχνίδια, ας δοκιμάσουμε κάτι πιο εξτρίμ. Πέρασε τις χειροπέδες από το κάγκελο του κρεβατιού και δέσε μου τα χέρια, ορίστε και το κλειδί τους. Ακούστηκε σαν τη προστάζει. Η Αντιγόνη έμεινε ακίνητη. Πρώτη φορά της τύχαινε κάτι τέτοιο. Δεν είχε ιδέα που θα χρησίμευε όλο αυτό το σκηνικό και της φάνηκε κάπως παρωχημένο. «Δε βαριέσαι, ας δούμε που θα καταλήξει, όλα εμπειρίες είναι», είπε μέσα της και υπάκουσε. Ήταν εδώ μπροστά της διαθέσιμος και ανήμπορος να αντιδράσει.
- Τώρα είμαι όλος δικός σου. Μπορείς να ολοκληρώσεις αυτό που άρχισες πριν ή να κάνεις οτιδήποτε άλλο γουστάρεις, της είπε και έκλεισε τα μάτια.
Κατά ένα περίεργο τρόπο το όλο θέαμα αντί να την απωθήσει όπως αρχικά νόμιζε, την ερέθισε ακόμα πιο πολύ. Έσκυψε πάλι πάνω του και τον φίλησε στο στήθος. Γεύτηκε την αρμύρα του κορμιού του.
-Με πεθαίνεις, της είπε και το κορμί του τινάχθηκε λες και το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

*****

Η Αντιγόνη στην αρχή δεν κατάλαβε. Κολακεύτηκε μάλιστα για τη δύναμη της να προκαλεί τέτοια κύματα πόθου σε έναν άντρα. Συνέχισε να τον φιλάει. Ακολούθησαν ακόμα δυο τραντάγματα του κορμιού του και μια υπόκωφη κραυγή αγωνίας ακούστηκε, την ώρα που το σώμα έπεφτε σαν άδειο σακί στο κρεβάτι και παρέμενε ακίνητο. Σήκωσε ανήσυχα τα μάτια της και πρόσεξε τη γκριμάτσα ανείπωτου πόνου που είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπό του. Ο Νίκος παρέμενε ακίνητος, παραιτημένος. Πίστεψε ότι είχε λιποθυμήσει. Του έδωσε δυο χαστούκια. Τίποτα. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο και γέμισε ένα ποτήρι νερό. Όσο πλησίαζε στο κρεβάτι τόσο σφιγγόταν η καρδιά της. Δεν μπορούσε ν' αναπνεύσει, την έλουζε κρύος ιδρώτας. Του έριξε το νερό στο πρόσωπο. Καμιά απόκριση. Έσκυψε και έπιασε το σφυγμό του. Η στυφή γεύση του θανάτου γέμισε το στόμα της. Ατσάλινο μαχαίρι ο πανικός, τεμάχισε τα σωθικά της.
Κατέρρευσε σαν θερισμένο στάχυ στο πάτωμα. Μετά από ώρα έπιασε το κεφάλι της με τα δυο χέρια και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια τραβώντας τα μαλλιά της. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει το κακό που τη βρήκε. Προσπάθησε να υπολογίσει τις συνέπειες. Καταστροφή! Το σκάνδαλο τεράστιο. Πως θα αντίκριζε τον άντρα της, την κόρη της; Τι θα έλεγε στη γυναίκα αυτού του ανθρώπου, πως θα απαντούσε στα κλαμένα βλέμματα των παιδιών του; Φαντάστηκε την ικανοποίηση στα μάτια των άσπονδων φιλενάδων της και τα κρυφά γελάκια πίσω από τη πλάτη της. Δεν ήθελε τη ζωή της. Με χέρια που έτρεμαν άναψε ένα τσιγάρο. Το πρώτο σε ολόκληρη τη ζωή της. Ένας πνιχτός γεμάτος βήχας τη συντάραξε ολόκληρη. Έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα και επιτέλους μπόρεσε να κλάψει. Ένα παρατεταμένο λυτρωτικό κλάμα.
Μάζεψε τα κομμάτια της και σηκώθηκε από το πάτωμα. Έριξε μια ματιά στο κρεβάτι. Αυτό το, πριν από λίγη ώρα, ποθητό σώμα που τόσα υπέροχα πράγματα ξυπνούσε μέσα της, φάνταζε τώρα σαν ένας σωρός από κρέατα και μόνο απέχθεια της προκαλούσε. Ξαφνικά ένοιωσε την ανάγκη να πιεί έναν ελληνικό καφέ στη βεράντα του σπιτιού της. Αχ, πόσο πεθύμησε το σπίτι της! Αυτή η σκέψη κυριάρχησε και σκέπασε όλα τα άλλα. Ντύθηκε βιαστικά πήρε το παλτό της και άνοιξε τη πόρτα του δωματίου. Στο διάδρομο ο αλλοδαπός με χαμηλωμένο πάντα το βλέμμα φάνηκε σα να της χαμογέλασε.
- Σαλί, τσακίσου και έλα στο τρίτο, ακούστηκε η τσιριχτή φωνή του ξενοδόχου.
Ο υπάλληλος εξαφανίστηκε στη στιγμή. Ευτυχώς στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε ψυχή. Προσπέρασε βιαστικά άνοιξε τη πόρτα και βγήκε στο κήπο και το καθαρό αέρα. Ανάσανε βαθειά.

*****

Στάθηκε τυχερή και βρήκε γρήγορα ταξί. Σε όλη τη διαδρομή πάλευε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Η λογική επανερχόταν σιγά σιγά. Προσπάθησε να εκτιμήσει τη κατάσταση όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε. Δεν έφταιγε αυτή για το θάνατο του Νίκου. Μπορούσε να του συμβεί οπουδήποτε, ακόμα και την ώρα που οδηγούσε. Γιατί τότε να μπλέξει σε κάτι που δεν το προκάλεσε; Εκτός από την εικόνα της, ο ξενοδόχος δεν είχε κανένα άλλο στοιχείο. Ταυτότητα δική της δεν άφησε. Τα πράγματά της, παρά τον πανικό, τα είχε πάρει όλα από το δωμάτιο. Ακόμα και το κλειδί από τις χειροπέδες. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να τη συνδέσει με το μακαρίτη. Όσο ανέλυε τη κατάσταση τόσο το αποτέλεσμα της προκαλούσε μια περίεργη έξαψη. «Είμαι τυχερή μέσα στην ατυχία μου» σκέφτηκε με ανακούφιση.
Το κινητό του ταξιτζή χτύπησε και ο ήχος του δημιούργησε ένα ρεύμα τρόμου που τη πάγωσε σύγκορμη. Μόλις που συγκράτησε μια κραυγή. Το κινητό του Νίκου! Πως δεν το είχε σκεφτεί; Είναι δυνατόν να είναι τόσο άτυχη; Ο Νίκος είχε αγοράσει ένα δεύτερο κινητό με κάρτα για να μην εντοπίζονται τα τηλεφωνήματά του. Φύλαγε τα ρούχα του. Από κει τη καλούσε κάθε φορά που μιλούσαν. Το δικό της κινητό όμως ήταν με σύνδεση και μάλιστα στο όνομα του άντρα της. Το πρώτο πράγμα που θα έλεγχε η αστυνομία θα ήταν το κινητό. Θα έβλεπαν σε ποιον ανήκει ο αριθμός με τις αναρίθμητες κλήσεις, θα τον καλούσαν και τέλος. Ένοιωσε σαν παγιδευμένο αγρίμι. Όχι! Δεν θα το άφηνε έτσι.
- Μπορείς να γυρίσεις πίσω σε παρακαλώ, κάτι ξέχασα, είπε στο ταξιτζή.
- Μάλιστα μανδάμ, απάντησε ενοχλημένος αυτός.
Παρατήρησε για πρώτη φορά τη κίνηση στο δρόμο. Αδημονία και άγχος την κατέλαβαν. Έφτασε κάποτε και με ταχύ βήμα διέσχισε το κήπο. Η ρεσεψιόν εξακολουθούσε να είναι άδεια. Με δυο δρασκελιές ανέβηκε τις σκάλες και έφτασε στη πόρτα του δωματίου. Ερμητικά κλειστή. Τώρα; Πρόσεξε ότι η κλειδαριά ήταν παλιάς τεχνολογίας και προσπάθησε να την ανοίξει με τη ταυτότητά της. Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Είχε πλημυρίσει στον ιδρώτα. Τα βήματα όλο και πλησίαζαν. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια και η ριμάδα άνοιξε. Μπήκε φουριόζα στο δωμάτιο και έκλεισε τη πόρτα προσεκτικά χωρίς να κάνει θόρυβο. Άκουσε τον αλλοδαπό να σφυρίζει έναν άγνωστο σκοπό. Γύρισε το σώμα της προς τα μέσα και η φρίκη τη τύλιξε ολόκληρη σαν παγωμένο ανακόντα.
Το πτώμα έλειπε. Κανένα ίχνος από τις χειροπέδες, κανένα ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Το κρεβάτι στρωμένο και τακτοποιημένο έτοιμο να υποδεχτεί τους εραστές του απόλυτου τίποτα.
Έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η λογική την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Η απόγνωση την έπνιξε. Ο ξενοδόχος προφανώς είχε ανακαλύψει τι είχε συμβεί. Πιθανόν να είχε κρυφές κάμερες και να έπαιρνε μάτι. Γι αυτό έλειπε από τη ρεσεψιόν. Και τώρα θα την εκβιάζει. Και αν εκτός από λεφτά αυτός ο γλοιώδης απαιτήσει και σεξ; Το πτώμα πως το πήρε από κει; Μόνος του αποκλείεται, θα έχει και συνεργό. Ο Αλβανός, ο υπάλληλος ποιος άλλος; Και αν απαιτήσουν να τη πάρουν και οι δυο μαζί;
Η τελευταία σκέψη της έφερε αναγούλα. Έτρεξε προς το μπάνιο και ίσα που πρόλαβε να ακουμπήσει στο νεροχύτη. Αυτό που βγήκε από μέσα της μύριζε φτηνό ουίσκι χωρίς καθόλου αύρα από κονιάκ. Σκουπίστηκε, άνοιξε τη πόρτα και σαν τρελή έτρεξε προς την έξοδο. Μπήκε στο ταξί και έκλεισε τα μάτια. Ο εγκέφαλός της αρνιόταν πεισματικά να λειτουργήσει. Ούτε που κατάλαβε πότε έφτασε στο σπίτι.

*****

Ο Παρασκευάς, πολιτικός μηχανικός του δημοσίου και με άκρες στη κυβέρνηση, παλιός φίλος της οικογένειας, είναι ο άνθρωπος που η Αντιγόνη μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε να του φανερώσει το πρόβλημά της. Με τις κατάλληλες γνωριμίες στην αστυνομία, ίσως να μπορούσε να τη γλυτώσει από τον εκβιασμό και να αποφύγει το σκάνδαλο. Θυμήθηκε ότι εδώ και χρόνια τη γουστάρει, με έναν ιδιαίτερα αξιοπρεπή τρόπο, χωρίς ποτέ να της δημιουργήσει πρόβλημα αλλά και χωρίς να δώσει το δικαίωμα σε κανένα για το παραμικρό σχόλιο. Με δυο λόγια άψογος. Έκλεισαν το ραντεβού στη καφετέρια της γειτονιάς. Μετά τα τυπικά, ήταν έτοιμη να τα ομολογήσει όλα.
- Μου συνέβη κάτι τραγικό και ανεξήγητο συνάμα. Θέλω τη βοήθεια σου, του είπε.
- Είμαι στη διάθεσή σου, της χαμογέλασε πρόσχαρα.
- Χτες το βράδυ… ξεκίνησε να του λέει, όταν χτύπησε το κινητό της.
- Μισό, του κάνει και βλέπει τη κλήση. Ένοιωσε πάλι το χέρι του φόβου να τη ψαχουλεύει. Την καλούσαν από το κινητό του Νίκου! Σηκώθηκε παραπατώντας και μαζί της σαν σε στρόβιλο σηκώθηκαν τα τραπέζια, οι καρέκλες και τα ποτήρια σε ένα τρελό χορό. Τα χρώματα άρχισαν να εξαφανίζονται και το ασπρόμαυρο να δεσπόζει στο σύμπαν. «Δεν πρόλαβα» ήταν το μόνο που σκέφτηκε όταν έφερε το ακουστικό στο αυτί της.
- Ναι… ψέλλισε ξεψυχισμένα. Η γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη ακούστηκε άγνωστη.
- Η κυρία Αντιγόνη;
- Η ίδια, τι θέλετε; Η φωνή της ίσα που ακούστηκε.
- Ηρέμησε. Είμαι γυναίκα του Νίκου. Και για να μη σε κρατώ σε αγωνία σου λέω ότι κανείς δεν πρόκειται να μάθει για σένα.
- Μα πως; τι συνέβη; γιατί; μάσησε τα λόγια της.
- Δεν έχω χρόνο και θα στα πω επιγραμματικά. Ήξερα για τις περιπέτειες του άντρα μου. Δεν ήσουν η μόνη. Εδώ και τρεις μήνες τον παρακολουθώ με ιδιωτικό ντετέκτιβ. Χτες το βράδυ όταν σε είδε σε έξαλλη κατάσταση να φεύγεις μόνη από το ξενοδοχείο κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μπήκε μέσα, άνοιξε τη πόρτα και αντίκρισε το γνωστό σκηνικό. Με τη πείρα του κατάλαβε ότι δεν ήταν εγκληματική ενέργεια. Ήξερε ότι ήταν καρδιοπαθής. Πρόπερσι τέτοιο καιρό είχε ξαναπάθει έμφραγμα. Δεν έβαλε μυαλό. Συνέχισε να καπνίζει και να πίνει. Από τότε άρχισε και τις γνωριμίες από το ιντερνέτ. Ο ντετέκτιβ μου τηλεφώνησε, μου εξήγησε τι είχε συμβεί και με ρώτησε τι να κάνει. Του είπα να αποφύγει πάση θυσία τη δημοσιότητα και το σκάνδαλο. Ήθελα να προφυλάξω την υστεροφημία του και τα παιδιά μου. Τον αγάπησα αυτόν τον άνθρωπο. Και μέχρι ένα σημείο τον καταλάβαινα. Με τη βοήθεια του ξενοδόχου τον έβαλαν στο αμάξι του ντετέκτιβ και τον έφερε σπίτι. Μετά από λίγο κάλεσα το γιατρό του που απλά πιστοποίησε το θάνατό του από καρδιακή ανακοπή. Είκοσι χιλιάρικα εξαγόρασα τη σιωπή του ξενοδόχου. Στα λέω όλα αυτά γιατί διάβασα την αλληλογραφία σας στο χοτμέιλ. Ήταν τόσο εύκολο. Είχε για κωδικό τη χρονιά γέννησής του. Διαπίστωσα ότι τον αγάπησες πραγματικά και καταλαβαίνω πόσο θα σου στοίχησε όλο αυτό. Γεια σου και καλή τύχη.
Πρώτα επέστεψαν στη θέση τους τα τραπέζια. Ο νόμος της βαρύτητας. Μετά όλα τα άλλα. Τα χρώματα διαγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα λάμψει περισσότερο. Επέστρεψε στο τραπέζι.
- Λοιπόν τι το φοβερό έγινε χτες; τη ρώτησε ο Παρασκευάς γεμάτος ενδιαφέρον.
- Είναι τρομερό! Δεν θα το πιστέψεις. Ανακάλυψα ότι o άνδρας μου με απατά.
- Απίστευτο, είπε ο Παρασκευάς, με μια χαρούμενη έκπληξη, όταν ξαναχτύπησε το τηλέφωνό της.
- Κλείστο επιτέλους να μιλήσουμε, της φώναξε με προσποιητή αγανάκτηση.
- Θα απαντήσω και αμέσως θα το κλείσω, του είπε και του χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις.
-Ναι…
- Το κυρία Αντιγκόνι;
- Ποιος είναι;
- Σαλί εντώ!

Σάββατο, 31 Ιανουάριος 2009

Όμορφος τρόπος

Πως το λέγανε οι αρχαίοι, ενός κακού μύρια έπονται; Έτσι ακριβώς! Όλες οι μέρες της προηγούμενης βδομάδας έκαναν διαγωνισμό για το πια θα αναδειχτεί χειρότερη. Και εγώ χτες το βράδυ έπρεπε να αναδείξω τη νικήτρια. Εδώ να δεις δίλλημα, δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εντάξει και στα καλύτερά μου να είμαι, δεν σηκώνομαι εύκολα. Σήμερα ένας λόγος παραπάνω. Όλα μου φταίνε και τους φταίω. Ναι, υπάρχει μια αμοιβαιότητα στα αισθήματα μεταξύ του σύμπαντος και εμού προσωπικά. Με τα πολλά κατάφερα να πάω στο αμάξι. Στο ραδιόφωνο η Νόα διαπιστώνει ότι η ζωή είναι ωραία και μου ζητάει να χαμογελάσω, έτσι χωρίς λόγο, να αγαπήσω σαν μικρό παιδί και άλλες τέτοιες χαριτωμενιές. Έλεος! Βαλτοί είστε όλοι;

Στίχοι: Noa + Gil Dor - Μουσική: Nicola Piovani




Στη πρώτη στροφή ξεχώρισα τη κυρά Σοφία να περιμένει το λεωφορείο. Σταμάτησα και τη πήρα και με την ευκαιρία έκλεισα χαιρέκακα το ράδιο πάνω στην ώρα που ζητούσε να ξεχάσω τη θλίψη μου. Μετά τη καλημέρα και τα πρώτα τυπικά λόγια για τον καιρό, έπεσε βαριά σιωπή. Βυθισμένοι και οι δυο στις σκέψεις μας, αντικρίσαμε την ανατολή από τα παράλια, με τον ήλιο κακόκεφο, τη θάλασσα μισοκοιμισμένη και τη μέρα βιαστική και ανυπόμονη να εισβάλει από παντού. Η κυρά Σοφία είναι μια γυναίκα που πρέπει να πλησιάζει τα εβδομήντα, αν δεν τα έχει πατήσει ήδη. Δουλεύει δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα σαν οικιακή βοηθός σε ένα σπίτι για να συμπληρώνει τη σύνταξη του άντρα της. Είχα πολλές μέρες να τη πετύχω και υπέθεσα ότι έτσι καθυστερημένος που φεύγω από το σπίτι, με προλαβαίνει το λεωφορείο. Κάτι έπρεπε να πω.
- Άλλαξε ώρα το δρομολόγιο; Μέρες έχω να σε πετύχω στη στάση.
- Όχι παιδί μου, εγώ έχω πολύ καιρό να δουλέψω. Που να στα λέω. Ο γέρος μου (έτσι χαϊδευτικά λέει τον άντρα της) αρρώστησε και δεν μπορούσα να τον αφήσω μόνο του.
- Περαστικά, της λέω αμέσως. Είναι κάτι σοβαρό;
- Πιο σοβαρό δεν γίνεται. Έπαθε εγκεφαλικό. Ευτυχώς ήταν ελαφρύ και τη γλύτωσε. Βγήκαμε από το νοσοκομείο και έπρεπε να είμαι δίπλα του. Δεν θέλω να κουράζω και τις νύφες μου και έτσι άφησα για λίγο τη δουλειά. Τώρα όμως είναι καλύτερα και εγώ πρέπει να δουλέψω γιατί δεν τα βγάζουμε πέρα. Δύσκολη είναι η ζωή παιδί μου. Μόνο όταν πεθάνω θα ξεκουραστώ, είπε και μου φάνηκε σα να θόλωσαν λίγο τα μάτια της. Προσπάθησα να τη παρηγορήσω.
- Έλα, η ζωή είναι ωραία, της πέταξα επηρεασμένος προφανώς από το τραγούδι και αμέσως δαγκώθηκα. “Θεέ μου, τι παπαριές λέω στη γυναίκα πρωί πρωί” είπα μέσα μου και προσπάθησα να το μαζέψω.
- Να σκέφτεσαι θετικά, πέρασες από μια δύσκολη κατάσταση και τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα. Έχεις τον άνθρωπό σου, μην το ξεχνάς αυτό. Και αν κρίνω και από τον τρόπο που μιλάς για αυτόν, θα πρέπει να τον αγαπάς πολύ.
Το βλέμμα της ξαφνικά σκοτείνιασε και πρόσεξα που τσιτώθηκε, σαν τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Πέρασε ένα βασανιστικό λεπτό πριν απαντήσει.
- Άμα ήξερα λίγα γράμματα θα έγραφα βιβλίο για τη ζωή μου. Τι να σου πρωτοπώ, από πού να αρχίσω και που να τελειώσω. Δώδεκα χρονών παιδί ήμουν ότι ήρθε ο άντρας μου και με ζήτησε από τη χήρα μάνα μου. Η μάνα μου στην αρχή αρνήθηκε αλλά αυτός επέμενε και στο τέλος υπέκυψε. Φτώχια παιδί μου, φτώχια αβάσταχτη και ένα στόμα λιγότερο ήταν λίγο παραπάνω ζωή για τους υπόλοιπους. Ποιος ήξερε από αγάπες και από άντρες σε αυτή την ηλικία; Ήμουν λίγο αναπτυγμένη αλλά ήμουν παιδί, ούτε η περίοδος δεν μου είχε έρθει ακόμα. Με πήγε στη μάνα του, και έμεινα μαζί της τρία χρόνια μέχρι να γυρίσει από φαντάρος και να παντρευτούμε. Δύσκολα χρόνια. Από τη μεγάλη φτώχεια περάσαμε στην ανυπόφορη φτώχεια. Και δεν μας έφταναν όλα αυτά ήταν και ζηλιάρης. Όχι με τον τρόπο που κολακεύει κάθε γυναίκα. Όχι. Ήταν αρρωστημένα ζηλιάρης παιδί μου. Εκείνα τα χρόνια η μόνη μας διασκέδαση ήταν η βόλτα το απόγευμα του Σαββάτου. Μη κοιτάς τώρα που γέμισε σπίτια και αυτοκίνητα ο τόπος, τότε ήταν όλο χωράφια και δέντρα. Το βράδυ μαζευόμαστε στο καφενείο, πίναμε και τραγουδούσαμε. Έτσι και με κοίταζε κάποιος άντρας, αμέσως ζητούσε το λόγο και μετά το καυγά με τραβούσε για το σπίτι. Εκεί συνέχιζε να μου φωνάζει, και όταν προσπαθούσα να δικαιολογηθώ με χτυπούσε. Και μετά από όλα αυτά έπεφτε πάνω μου σαν ζώο και με βίαζε.
Σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ. Είχα μείνει άφωνος. Προσπάθησα να συγκρατήσω την οργή μου.
- Μα πως τα ανεχόσουν όλα αυτά; Γιατί δεν τον χώριζες; Χαμογέλασε πικρά και με κοίταξε με συγκατάβαση. Ποιος ξέρει τι να σκέφτηκε για μένα κείνη την ώρα.
- Εύκολο νομίζεις ότι ήταν αυτή την εποχή; Εκτός από το γεγονός ότι δεν είχα να πάω πουθενά, ήμουν κτήμα του, πώς να στο πω, δούλα του. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου κάποιον υπηρετούσα. Πίστεψα ότι αυτός ήταν ο προορισμός μου, γι αυτό το λόγο γεννήθηκα. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια και ξοδεύτηκε η ζωή μου. Και τώρα που είναι ανήμπορος και με παρακαλάει για λίγο νερό, δεν νοιώθω γι αυτόν κανένα μίσος, μόνο λύπη. Αποδέχτηκα πια το γεγονός ότι αυτή ήταν η μοίρα μου. Ζωή με το στανιό παιδί μου και όμως αποζήτησα κάθε τι που θα την έκανε καλύτερη, υποφερτή. Από τα πιο μικρά πράγματα όπως μια ζεστή καλημέρα στη γειτόνισσα, μέχρι τα πιο μεγάλα όπως ένα ηλιοβασίλεμα στη Χαραμίδα.
Είχα σταματήσει στο σημείο που την αφήνω κάθε φορά και περίμενα ευλαβικά να τελειώσει χωρίς να διανοηθώ να τη διακόψω ούτε στιγμή. Μου χαμογέλασε και αφού με ευχαρίστησε άνοιξε τη πόρτα και κατέβηκε. Έμεινα εκεί και την έβλεπα να απομακρύνεται, χαμένος στο κόσμο μου. Κάποια στιγμή ξεκίνησα για τη δουλειά και για πρώτη φορά παρατήρησα τη μέρα. Λιτή και απέριττη, χωρίς κανένα σύννεφο να τη στολίζει, φωτεινή και λαμπερή να μου κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα. Χαμόγελο ήταν αυτό που σχηματίστηκε στα χείλη μου; Θα σας γελάσω, δεν κοίταξα στο καθρέπτη.
Η μέρα, ανεξήγητα πως, κύλισε ευχάριστα. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να μου χαλάσει το κέφι. Και προσπάθησαν όλοι τους φιλότιμα. Το μεσημέρι, άφησα λίγο το γραφείο για μια βόλτα στο καθαρό αέρα. Παρατήρησα τη κερασιά στην αυλή που διάλεξε τη τελευταία μέρα του Γενάρη για να φορέσει τα λευκά της.

Κυριακή, 18 Ιανουάριος 2009

Το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας



Η πιο ωραία στιγμή της βδομάδας είναι το απόγευμα της Παρασκευής. Τότε βρισκόμαστε με τον κολλητό μου και πίνουμε το καφέ μας σε μια καφετέρια στο πιο κεντρικό και πολύβουο σημείο της πόλης. Παλιότερα είχαμε συζητήσει το θέμα της πολυκοσμίας και της φασαρίας και είχαμε σκεφτεί να μετακομίσουμε σε ένα καφενεδάκι εκτός πόλης, στους πρόποδες ενός βουνού. Απορρίψαμε όμως την ιδέα, πρώτον γιατί δεν είχε εσπρέσο και δεύτερον γιατί θα χάναμε ένα βασικό εργαλείο δουλειάς, το σχολιασμό αγνώστων. Ο σχολιασμός δεν είναι κοινό κουτσομπολιό. Κάθε άλλο. Όταν έχουμε εξαντλήσει ένα θέμα, πολιτικό ή κοινωνικό, ασχολούμαστε με κάποιον άγνωστο που βρίσκεται στο μαγαζί, κατά προτίμηση μόνο και προσπαθούμε από την όλη του παρουσία να πλάσουμε μια ιστορία. Το μόνο εμπόδιο για το που θα φτάσουμε την ιστορία, είναι τα όρια της φαντασίας μας.
Προχτές το απόγευμα ο Μιχάλης είχε τρελά κέφια. Μόλις παραγγείλαμε τα καφεδάκια μπήκε κατευθείαν στο ψητό.
- Τι θα κουβεντιάσουμε σήμερα, έχεις κάποια προτίμηση; με ρώτησε δήθεν αδιάφορα.
- Μιχαλάκη μπες κατευθείαν στο θέμα. Και να έχω προτίμηση θα πάμε τη κουβέντα εκεί που θέλεις εσύ, οπότε ξεκίνα, του είπα χωρίς κανένα ίχνος δυσαρέσκειας στο ύφος μου.
- Πως με πιάνεις, είπε και μου χαμογέλασε με το μοναδικό του τρόπο. Σοβάρεψε απότομα και πήρε το γνωστό του ύφος.
- Το φαινόμενο της πεταλούδας το γνωρίζεις; Το έχεις ακουστά; Η αλήθεια είναι ότι κάτι είχα ακούσει, κάτι πρέπει να είχα διαβάσει κάποτε, αλλά δεν ήμουν και σίγουρος.
- Εεε, νομίζω ναι, απάντησα με μια δόση αμφιβολίας στη φωνή μου.
- Συνέχισε να προσπαθείς, μου είπε σαδιστικά. Σιγά μη με άφηνε έτσι εύκολα.
- Νομίζω ότι έχει σχέση με τη φυσική. Λέει κάτι εντελώς ακαταλαβίστικο. Ότι μια πεταλούδα που πετάει στη Κίνα μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στην Αμερική. Τον κοίταξα επιζητώντας επιείκεια. Είχα αρχίσει να ιδρώνω από τη προσπάθεια.
- Μπράβο, μου είπε επιδοκιμαστικά. Είναι μέρος της θεωρίας του χάους. Λέει με απλά λόγια ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ πραγμάτων που φαινομενικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Δηλαδή κάποιες απειροελάχιστες δράσεις μπορούν δημιουργήσουν τεράστιες αλλαγές, συνέχισε.
- Δεν το ήξερα ότι έχουμε ξεπέσει τόσο, ώστε να συζητάμε θέματα φυσικής, προσπάθησα να τον πειράξω. Κατά βάθος αυτό που έλεγα το πίστευα. Εγώ ήμουνα της κλασσικής κατεύθυνσης, ο Μιχάλης τελείωσε το πρακτικό λύκειο και σπούδασε μαθηματικός.
- Μα δεν θα κουβεντιάσουμε για φυσική, είπε και τα μάτια του φωτίστηκαν.
- Τότε γιατί με πρήζεις ρε Μιχάλη με θεωρίες; Μου φτάνει το δικό μου χάος. Η απορία μου ακούστηκε πολύ εύλογη, τουλάχιστον σε μένα.
- Θα συζητήσουμε το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας, μου πέταξε θριαμβευτικά. Ομολογώ ότι με κούφανε. Προσπάθησα να συνέλθω. Ωραία, είπα μέσα μου. Μπορεί να πήγαμε στη φυσική ιστορία, αλλά τουλάχιστον γλυτώσαμε τη φυσική. Δεν ήταν και λίγο.
- Και τι χρειαζόταν όλη αυτή η εισαγωγή με τη φυσική, το φαινόμενο και το χάος;
- Μα από το γνωστό σε όλο τον κόσμο φαινόμενο της πεταλούδας, πήρα την ονομασία για την εξαιρετική μου ανακάλυψη που την ονόμασα το φαινόμενο της ερωτευμένης πεταλούδας, είπε και τα λόγια του έτρεμαν από συγκίνηση.
Παρατήρησα το τύπο στο διπλανό τραπέζι να αφήνει για λίγο την εφημερίδα του και να μας κοιτάζει με απορία. Είπα στο Μιχάλη να μιλάει πιο σιγά. Άνοιξα το κίτρινο φακελάκι με τον Old Holborn, το μύρισα και τσίμπησα με την άκρη του χεριού μου τη σωστή δόση καπνού. Τράβηξα ένα χαρτάκι από τα πράσινα Rizla και άρχισα να στρίβω το τσιγάρο. Το έκανα με τέτοια ιεροτελεστία που ο Μιχάλης ασυνείδητα είχε σταματήσει να μιλάει και με παρατηρούσε με κρυφό θαυμασμό. Το άναψα και τράβηξα μια γερή τζούρα.
- Και τι λέει το περίφημο φαινόμενο σου; Τον ρώτησα ενώ παράλληλα ξεφυσούσα με απόλαυση τον καπνό.
- Έχεις παρατηρήσεις τις πεταλούδες της νύχτας; Ε, λοιπόν κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, κατευθύνονται προς τη πυρακτωμένη λάμπα και ενώ ξέρουν ότι θα καούν συνεχίζουν να το κάνουν. Υπάρχει που λες, ένα είδος γυναίκας που ενώ ξέρει ότι έχει μπλέξει σε μια ερωτική κατάσταση που θα την συντρίψει ψυχολογικά και αισθηματικά , συνεχίζει να το κάνει μέχρι την ολοκληρωτική της καταστροφή. Η συνείδησή της φωνάζει, οι φίλοι της φωνάζουν, τίποτα όμως δεν είναι ικανό να την σταματήσει. Όπως η πεταλούδα έτσι και αυτή, γοητευμένη από το φως, χάνει τα μυαλά της και χάνεται.
Σιωπή έπεσε στο τραπέζι. «Ωραία τοποθέτηση σκέφτηκα. Αλλά γιατί το περιορίζει το φαινόμενο στις γυναίκες; Πρέπει να ισχύει και για ένα ορισμένο τύπο αντρών. Δεν υπάρχουν πεταλούδοι που να καίγονται; Πως διάολο λένε την αρσενικιά πεταλούδα;» Ο Μιχάλης δεν μου άφησε περιθώρια για παραπάνω σκέψεις.
- Η Μυρσίνη είναι μια συμπαθητική γυναίκα σαράντα περίπου ετών. Μετρίου αναστήματος, με όμορφα χαρακτηριστικά και με ένα χαμόγελο που τη δείχνει αρκετά νεότερη τις σπάνιες φορές που το αντικρίζεις. Την έχω γνωρίσει στη δουλειά και συζητάμε πολύ και για πολλά θέματα. Από πολιτική μέχρι θρησκεία και από σχέσεις μέχρι γάμους. Είναι χωρισμένη εδώ και τρία χρόνια, έχει δυο παιδιά που υπεραγαπά και ένα δεσμό με ένα τύπο έξι χρόνια νεότερό της. Μέχρι εδώ τίποτα το μεμπτό. Τα περίεργα αρχίζουν με το δεσμό. Δεν είναι ακριβώς δεσμός με την κλασική έννοια, μάλλον σαν μια σύμβαση πηδήματος θα το χαρακτήριζα.
- Δηλαδή έχουνε συμφωνήσει ότι δεν τρέχει κάτι σοβαρό μεταξύ τους, αλλά γουστάρουν να πηδιούνται; Τον ρώτησα με απορία.
- Περίπου.
- Μα και έτσι να είναι που βλέπεις το μεμπτό; Μεγάλα παιδιά είναι. Από πότε έγινες πουριτανός ρε Μιχάλη;
- Πάντα βιαστικός. Άσε με να ολοκληρώσω, είπε με στόμφο και σκάσαμε στα γέλια με τη κλασική ατάκα των τηλεμαϊντανών. Πήρε ξανά το σοβαρό του ύφος και συνέχισε.
- Έλεγα λοιπόν, ότι ο τύπος είναι κλασικός μπήχτης. Η Μυρσίνη τον γνώριζε από παλιά. Είχε δεσμό με μια φιλενάδα της και αυτό δεν τον σταμάτησε να της τα ρίξει και της ίδιας. Μετά από πολύ καιρό τον συνάντησε σε ένα μπαρ και χωρίς να το πολυσκεφτεί του έδωσε ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό της. Αυτό ήταν. Της τηλεφώνησε, πήγαν στο σπίτι του και χωρίς πολλά πολλά έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Ο τύπος αποδείχτηκε πολύ καλός. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωσε τέτοια απόλαυση. Ήθελε να του το πει, να το φωνάξει αλλά δεν της άφησε κανένα περιθώριο. Της είπε να φύγει και θα της τηλεφωνούσε να ξαναβρεθούν. Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό. Η Μυρσίνη τον ερωτεύθηκε απελπισμένα. Γνώριζε ότι τα είχε και με άλλες, αλλά συνέχιζε. Ήθελε να του δώσει να καταλάβει ότι τον αποδέχεται όπως είναι . Ότι εκτιμάει το γεγονός που δεν υποκρίνεται πως είναι κάποιος άλλος. Βαθειά όμως μέσα της υπήρχε η ελπίδα ότι θα παίξει κάποιο ρόλο στη ζωή του, και πως αυτό το κάτι δεν θα περιορίζονταν μόνο στο σεξ. Τίποτα. Έπεφτε πάνω σε τοίχο και αυτό μεγάλωνε την απελπισία της. Βρέθηκε σε άγρια εσωτερική σύγκρουση. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια μήπως τον ταρακουνήσει. Επιχείρησε μια ηρωική έξοδο. Του ανακοίνωσε ότι χωρίζουν. Αυτός της ευχήθηκε ψυχρά καλή τύχη. Δεν άντεξε πάνω από δέκα μέρες και επέστρεψε ξανά. Και αυτό θα γίνεται μέχρι να καεί οριστικά. Είναι καταδικασμένο να τελειώσει άδοξα χωρίς διάρκεια και προοπτική. Κατάλαβες τώρα γιατί το ονομάζω φαινόμενο; Και γιατί το συνδέω με την πεταλούδα; Μπορείς να με δοξάσεις είπε με καμάρι.
- Πριν το κάνω αυτό, εξήγησέ μου γιατί το διαρκώ είναι προτιμότερο από το καίγομαι; Ο τόνος της φωνής μου είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Ξέχασες τι λέει το τραγούδι; «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο/ κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει».
- Μα δεν έχει ανταπόκριση. Ο τύπος ούτε που νοιάζεται γι αυτήν. Δεν το κατάλαβες; Την κοροϊδεύει και την εκμεταλλεύεται. Και η τραγωδία είναι ότι η Μυρσίνη το ξέρει αυτό και το αποδέχεται, μου απάντησε.
- Αν κατάλαβα καλά, θέλεις να δείξεις πόσο έξω από τις τρέχουσες κοινωνικές συμβάσεις είναι το να ακούς και να ακολουθείς την καρδιά σου. Γιατί εγώ δεν βρίσκω κάτι το μεμπτό στο καλό γαμήσι. Τι κι αν ο ένας από τους δύο είναι ερωτευμένος, αφού υπάρχει η ξεκάθαρη θέση του άλλου. Άλλωστε ο έρωτας πάντα βοηθούσε να είναι καλύτερο το σεξ. Αν στη θέση της γυναίκας ήταν άντρας θα είχες την ίδια άποψη; Ότι δηλαδή είναι εκμετάλλευση; Τι θες να μου πεις; Ότι ο άντρας πηδάει και η γυναίκα πηδιέται; Είχα κοκκινίζει από την έξαψη και σχεδόν φώναζα. Ο τύπος από δίπλα είχε αφήσει την εφημερίδα στο τραπέζι και τα προσχήματα στην άκρη και μας κοιτούσε απροκάλυπτα. «Έτσι και φτιάχνει ιστορία για μένα πρέπει να ξεκινάει από το Δαφνί. Αν όχι σίγουρα θα καταλήγει» σκέφτηκα. Ήταν η σειρά του Μιχάλη να μου πει να μη φωνάζω. Συνεχίσαμε χαμηλόφωνα.
Ο Μιχάλης πήρε το λόγο κάπως ενοχλημένος.
- Τίποτα από αυτά που λες δεν είχα πρόθεση να δείξω. Εγώ το μόνο που ήθελα να πω είναι ότι ενώ ξέρει ότι θα καταστραφεί συνεχίζει να πηγαίνει, σαν την πεταλούδα.
- Γιατί το έχεις δεδομένο ότι θα καταστραφεί; Μια χαρά θα περάσει και μετά θα ζοριστεί και θα της περάσει και θα τα αναπολεί όλα αυτά με χαρά. Το γεγονός ότι δεν καταφέρνει μέχρι στιγμής να τον κάνει να ενδιαφερθεί και για άλλα πράγματα εκτός από το σεξ σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθήσει μέχρι τέλους; Ξεχνάς ότι η Μυρσίνη είναι ερωτευμένη; Ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει. Και η ζωή χωρίς να περιμένεις κάτι, χωρίς να αγωνίζεσαι γι αυτό το κάτι θα ήταν μίζερη. Οπότε άσε την κοπέλα να το ευχαριστηθεί. Πόσες φορές στη ζωή του μπορεί κάποια να γαμηθεί καλά;
- Αυτό δεν το ξέρω. Αλλά μόλις έμαθα πως γαμιέται μια υποσχόμενη επιστημονική ανακάλυψη, είπε με παράπονο στη φωνή του.
- Έλααααα! Μη το βάζεις κάτω. Προσπάθησε παραπάνω. Το νόμπελ μπορεί να περιμένει.
Χωρίσαμε αργά το βράδυ χαμένοι στις σκέψεις μας. Δύσκολο πράγμα οι διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν θα τον μάθω ποτέ τον έρωτα. Είμαι όμως επίμονος και θα μάθαινα για τις πεταλούδες. Πήγα σπίτι άνοιξα τον υπολογιστή και γούγλισα το θέμα (θεέ μου τι λέξη! Έτσι και υπήρχε αστυνομία γλώσσας τώρα θα ήμουν δεμένος χειροπόδαρα). Ιδού τι ανακάλυψα:
«Οι πεταλούδες της νύχτας ακολουθούν μια ακριβή γραμμή πτήσης. Για τον προσανατολισμό τους χρησιμοποιούν την κατεύθυνση των ηλιακών ακτινών, τις οποίες τέμνουν πάντα υπό την ίδια γωνία κατά μήκος της πορείας τους.
Αυτή η μέθοδος είναι αλάνθαστη αν θεωρήσουμε ως φωτεινή πηγή τον ήλιο ή το φεγγάρι. Αυτές οι πηγές είναι τόσο μακριά από τη Γη, ώστε οι ακτίνες τους φτάνουν στην επιφάνεια σαν να ήταν παράλληλες μεταξύ τους. Αν η πεταλούδα τις διασχίζει πάντα υπό την ίδια γωνία, θα είναι σίγουρη ότι πετά ευθεία προς μια κατεύθυνση. Όταν όμως το έντομο βρίσκεται κοντά σε μια λάμπα, τότε "πιάνεται κορόιδο".
Σ' αυτή την περίπτωση η πηγή των ακτινών βρίσκεται πολύ κοντά, συνεπώς αυτές δεν είναι πλέον παράλληλες. Παρ' όλα αυτά, η πεταλούδα εξακολουθεί να πετά τέμνοντας τις ακτίνες υπό την ίδια πάντα γωνία έτσι δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, αλλά πλησιάζει ολοένα και περισσότερο τη φωτεινή πηγή μέχρι να πέσει πάνω της και να κάψει τα φτερά της».


Τρίτη, 6 Ιανουάριος 2009

Ατάκτως ερριμμένα

Τη Πρωτοχρονιά τη πέρασα οικογενειακά. Το βράδυ της παραμονής πήγα σε ένα χορό από αυτούς που κάνουν διάφοροι σύλλογοι, οι θρυλικοί μαζικοί φορείς της μεταπολίτευσης, για να προωθήσουν το πολιτιστικό τους έργο και όχι μόνο. Με στρίμωξε ο κολλητός μου που τυχαίνει να είναι πρόεδρος του εξωραϊστικού και στο φίλο σου δεν μπορείς να αρνηθείς. Έκανα τη καρδιά μου πέτρα, φόρεσα τα καλά μου και ανηφόρησα συν γυναιξί και τέκνοις για τη μεγάλη σάλα. Σε κάτι τέτοιες μαζώξεις η υποκρισία είναι τόσο πυκνή λες και διασχίζεις δάσος του Αμαζονίου. Ήταν όλοι τους εκεί και ευτυχισμένοι. Όλα στον υπέρ πάντων αγώνα για την εντύπωση που θα κάνει ο ένας στον άλλο. Ποια κρίση τώρα και ποιο οικονομικό στρίμωγμα. Αυτά είναι για τους άλλους. Το αίσθημα μοναξιάς που με πλημμύρισε μέσα σε τόσο κόσμο μάλλον θέλει ψάξιμο. Να θυμηθώ να ρωτήσω την Εύα. Μια πρόχειρη λύση για τη στιγμή ήταν το ποτό. Η ορχήστρα όμως λες και ήταν βαλτή, μόνος ήμουν μόνος είμαι χάρε μου, τη ψυχή μου πάρε μου. Τα φώτα χαμήλωσαν, αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ακούστηκε στον αέρα, γέμισε ο κόσμος γέλια και φιλιά, χρόνια πολλά, υγεία πάνω απ΄ όλα και ότι επιθυμείς. Το μόνο που πεθύμησα ήταν μια θάλασσα και μια αγκαλιά.

Άλλος ένας χρόνος στη καμπούρα μου. Να χαρώ που τον έζησα, όπως τέλος πάντων τον έζησα, ή να τα βάψω μαύρα που γερνάω, που το τέλος το οριστικό και αμετάκλητο πλησιάζει; Τώρα που δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από την αλλαγή του χρόνου και να θέλεις να ασχοληθείς με τα υπαρξιακά σου, δεν σε αφήνουν οι Ισραηλινοί. Είναι τόσο ναζιστική η πρακτική τους και οι θέσεις τους για τους άμαχους και τις παράπλευρες απώλειες που χωρίς να το θέλεις σκέφτεσαι: Μα καλά τίποτα δεν διδάχτηκαν από τη χιτλερική θηριωδία, από το ολοκαύτωμα; Όμως όχι. Όσο και να προσπαθεί η κυβέρνηση του Ισραήλ δεν θα πω “κωλοεβραίοι” και πολύ περισσότερο “καλά σας έκαναν οι ναζί”. Το μεσανατολικό δεν είναι χτεσινό ζήτημα. Έγινε ήδη εξήντα δύο ετών. Στη περιοχή εκτός όλων των άλλων, υπάρχουν οικονομικές βλέψεις και τεράστια γεωπολιτικά συμφέροντα των Αμερικάνων και όλων των μεγάλων. Σε μια εποχή που ο Ομπάμα επέστρεψε δυσαρεστημένος από τη Χαβάη γιατί του χάλασαν τις διακοπές, που το Συμβούλιο Επικρατείας δεν υπάρχει, που η Ευρωπαϊκή Ένωση ψάχνεται για ενιαία θέση και στο προεδρείο της βρίσκεται η άθλια φιλοαμερικάνικη τσέχικη κυβέρνηση, το κυρίαρχο δεν είναι η λύση του, αλλά να εκφράσουμε με κάθε τρόπο την αλληλεγγύη μας και την όποια βοήθεια στο Παλαιστινιακό λαό.

Τη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον αστυνομικό, ένα παιδί εικοσιένα χρονών, μόνο σαν άθλια μπορώ να τη χαρακτηρίσω. Αυτοί οι αχρείοι προβοκάτορες, ψευτοεπαναστάτες του κώλου, το μόνο που καταφέρνουν με τέτοιες κατάπτυστες ενέργειες, εκτός από το να δολοφονούν ένα παιδί, είναι να δολοφονούν το ίδιο το κίνημα. Ούτε παραγγελία να τους είχαν οι στριμωγμένοι κυβερνώντες.

Διαβάζω για μεγάλη μάχη ανάμεσα στα δυο κόμματα της Αριστεράς. Για το ποιο θα έρθει τρίτο (και καταϊδρωμένο) στη Βουλή. Λυπάμαι σύντροφοι, αλλά ο μόνος που θα νοιαστεί πραγματικά είναι ο συγκεκριμένος αγρότης με τη γνωστή φοράδα. Αυτή που θα χεστεί στο αλώνι και θα τον αναγκάσει να τα μαζέψει βλαστημώντας.
Η κυβερνώσα (ο θεός να την κάνει) αριστερά ετοιμάζεται με ανυπομονησία να ξανακυβερνήσει. Χωρίς να έχει διδαχτεί τίποτα από το παρελθόν, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς καμιά ριζοσπαστική αλλαγή στο πρόγραμμά της. Η μόνη της έγνοια η εξουσία και η διαχείρισή της. Σαν να μη πέρασε μια μέρα.
Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, αποκομμένη από τον κόσμο, κλεισμένη στο σπιτάκι της, για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η σωστή ερμηνεία των κλασικών. Για την καθαρότητα των απόψεών της, μη τυχόν και κολλήσει καμιά ρεβιζιονιστική ίωση. Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, αλλά δεν θα γίνουμε ποτέ χίλιοι δεκατρείς.
Παρόλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω ότι η (όποια) αριστερά είναι η λύση. Είμαι αισιόδοξο άτομο. Πολύ όμως.

Είμαστε στην αρχή της τεράστιας οικονομικής κρίσης. Το μεγάλο μανίκι στα νησιά θα το ζήσουμε το καλοκαίρι, με την σίγουρη κάμψη του τουρισμού. Η δουλειά μου που στηρίζεται κατά πολύ στο τουρισμό, κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κλείσει και εγώ να βρεθώ με χρέη στη φυλακή, να χάσω το σπίτι μου, να πάθω έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Αποφάσισα να το αντιμετωπίσω με δυο κινήσεις. Η πρώτη ήταν να ανάψω το τζάκι μετά από πέντε χρόνια που έχω το σπίτι. Η συμβία δεν ήθελε από την αρχή να το ανάψουμε, για να μην έχει το σπίτι κάπνες και στάχτες. Κάπου με βόλευε αυτή η κατάσταση και το αποδέχτηκα. Εξ άλλου εγώ αποφασίζω για τα μεγάλα. Το Κυπριακό, το Μεσανατολικό, τη πορεία του σοσιαλισμού. Τα άλλα, τα μικρά, τα αφήνω στη γυναίκα μου. Τώρα όμως που μπορεί να μας το πάρουν, θυμήθηκα το Θανάση. Ο Θανάσης παντρεύτηκε μια που δεν τον ήθελε. Τη πάντρεψαν με το ζόρι οι δικοί της. Δεν του έκατσε από τη πρώτη νύχτα. Ο δυστυχής δοκίμασε τα πάντα. Και με το καλό και με το άγριο αλλά φευ, δουλειά δεν έγινε. Μετά από δυο μήνες χώρισε και τότε αποκαλύφθηκε το μεγάλο μυστικό. Η Χριστίνα ήταν ακόμα παρθένα. Γαμώ τις ξεφτίλες δηλαδή. Ε λοιπόν κουφάλες δεν θα σας δώσω τη χαρά να πείτε: Τι ωραίο σπίτι και το τζάκι αχρησιμοποίητο.
Η δεύτερη ήταν τελείως γκαγκάου. Τώρα που η δουλειά απαιτεί παραπάνω τρέξιμο, μεγαλύτερη αφοσίωση, περισσότερο χρόνο, εγώ αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο. Στη δικαιολογημένη αντίδρασή σου “που πα ρε Καραμήτρο” θα σου απαντήσω με το αθάνατο ρητό των αρχαίων για το γήρας: Ου γαρ έρχεται μόνον…

Καλή χρονιά αδέρφια!
(άμα τη πηδήξουμε το εννιά μη το πείτε ούτε του παπά!)

Δευτέρα, 29 Δεκέμβριος 2008

Tα καλύτερα του 2008...

To ξεκίνησα πέρυσι, το συνεχίζω και φέτος. Εννοείται ότι όλα τα παρακάτω είναι τελείως υποκειμενικά και εκφράζουν καθαρά τις δικές μου αναζητήσεις. Σίγουρα δεν καλύπτουν τα θέματα με τα οποία ασχολούνται.

Φωτογραφία

Γενάρης του 2008 κάπου στη Κένυα. Ο φόβος ζωγραφισμένος στα μάτια του μικρού στη θέα του μπάτσου με το ρόπαλο. Φωτοφραφία: Walter Astrada Αργεντινός φωτορεπόρτερ


Δεκέμβρης του 2008 στην Αθήνα. Το ανεξήγητο της προσφοράς των λουλουδιών από τον "εσωτερικό εχθρό", αποτυπωμένο στα έκπληκτα μάτια του Ματατζή. Φωτογραφία: Associated Press


Κινηματογράφος
Το κύμα. O Nίκος Βαρβάρογλου από το site cinemascope γράφει: Στην ουσία μια ταινία που αποδεικνύει ότι ο φασισμός δεν είναι μια λέξη χαμένη μέσα στην ιστορία, αλλά μια σκέπη που μπορεί από κάτω να μπει ο καθένας υποκύπτοντας στη διακριτική της γοητεία. Και η φράση «Δεν πρόκειται να επικρατήσει ξανά απολυταρχικό καθεστώς» τίθεται σε αμφισβήτηση. Όλη η κριτική εδώ.

Νύχτες στη Ροδάνθη. Ποτέ δεν είναι αργά για μια δεύτερη ευκαιρία. Η Χρύσα Δαγουλά από το ίδιο site γράφει: Τα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και οι εικόνες τις ταινίας. Το χιούμορ, η λύπη, τα στενάχωρα γεγονότα, μια γλυκιά αύρα, ο ρομαντισμός, ο έρωτας αλλά και οι ανθρώπινες σχέσεις στο σήμερα, διαδέχονται το ένα το άλλο και «μπλέκονται» μεταξύ τους με φόντο ένα πανδοχείο στη Ροδάνθη, χτισμένο στην άκρη της θάλασσας…
Όλη η κριτική εδώ:



Βιβλίο


Ένα εξαιρετικό βιβλίο για το Άγιο Όρος. Ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και που διαβάζοντάς το καταλαβαίνεις το γιατί. Διαβάζεται απνευστί. Απόσπασμα από την περιγραφή του συγγραφέα: Θα πάει στο Όρος όχι μόνο με την ελπίδα να βρει εκεί τον Δημήτρη, αλλά και να εντοπίσει κατάλοιπα του αρχαίου πολιτισμού. Θα ανακαλύψει έτσι ένα άγαλμα, θαμμένο μέσα σε μια κάβα κρασιών. Θα ανακαλύψει επίσης τον αμύθητο πλούτο των μοναστηριών, τον καιροσκοπισμό των ηγουμένων, που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με κάθε αρχή, μηδέ της χιτλερικής εξαιρουμένης, προκειμένου να διατηρήσουν τα εξωφρενικά οικονομικά τους προνόμια, το μίσος που εξακολουθεί να τους διακατέχει απέναντι στην Αρχαία Ελλάδα και το γυναικείο φύλο. Θα διαπιστώσει ακόμη ότι κυκλοφορούν αναρίθμητα φαντάσματα γυναικών στο Άγιο Όρος. Το μυθιστόρημα έχει και μια αστυνομική διάσταση, αλλά αυτήν είναι πολύ πιθανό να την ξεχάσω.Βασίλης Αλεξάκης



Επειδή ο έρωτας εξακολουθεί (ευτυχώς) να παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας. Eπειδή πραγματική μας ζωή είναι μόνο το σύνολο των στιγμών που αισθανθήκαμε ότι αγαπάμε όπως λέει ο Πάνος Σταθογιάννης. Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Ο έρωτας, ο φόβος και η ιδιοτέλεια παραχαράσσουν την αλήθεια των πραγμάτων, τη φέρνουν στα μέτρα των επιθυμιών μας, την κάνουν αγνώριστη. Οι προθέσεις μας, οι ερμηνείες μας και, τέλος, τα ίδια τα γεγονότα μοιάζουν με μικρές πολύχρωμες ψηφίδες που, αν τοποθετηθούν με διαφορετικό τρόπο η μία δίπλα στην άλλη, δημιουργούν κάθε φορά και μια άλλη εικόνα της πραγματικότητας· εξίσου πιθανής, εξίσου αιτιολογημένης, εξίσου αληθοφανούς.Ένα μυθιστόρημα με συνεχείς εξωφρενικές ανατροπές των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν η πτήση γίνεται πτώση, ο υπολογιστικός κυνισμός φοράει τη μάσκα του αστραφτερού οράματος, το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό...



Μουσική

Τραγούδι





Παγίδα: μουσική: Πάνος Κατσιμίχας, στίχοι: Άλκης Αλκαίος. Ένα υπέροχο τραγούδι σε ρυθμό μπλουζ με καταπληκτικούς στίχους, αφορμή για μια "φορτισμένη" ανάρτησή μου







Όμορφη πόλη άσχημα καίγεσαι: Στίχοι - Μουσική: Γιώργος Σαρρής. Ένα φρέσκο τραγούδι με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα.



Άλπουμ

Χρήστος Θηβαίος - Πέτρινοι κήποι: Έντεκα καινούρια τραγούδια που, όπως σημειώνει ο Χρήστος Θηβαίος, «έγραψα μέσα στη φωλιά μου, με αγαπημένο υλικό από όλο τον κόσμο. Με μουσικές που ζήλεψα και μουσικές που γέννησα με την ελπίδα να αγγίξουν ό,τι θαυμάζω…» Mια τίμια και ελπιδοφόρα δουλειά που το πιο πιθανό είναι να περάσει απαρατήρητη.




Μάνος Ξυδούς - Τα αστέρια θα' ναι πάντα μακριά: Καιρό είχαμε να ακούσουμε ένα δίσκο με τόσο όμορφα τραγούδια. Ο Μάνος στα καλύτερά του.



Τύπος


Τα μαύρα πουλιά της καταιγίδας είναι ο τίτλος από το άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή 14 /12/2208 για τα γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα μας. Αρχίζει έτσι: «Αυτά δεν μπορούν να συμβούν εδώ, σ' εμάς» είναι η φράση που ακούγεται στερεότυπα από τα χείλη των εφησυχασμένων, που έχουν χτίσει τα σπίτια τους στην παραλία, λίγο πριν από το τσουνάμι. Οταν οι πεινασμένοι κατέβαιναν από τις φαβέλες και έκαιγαν το κέντρο του Ρίο ντε Τζανέιρο, οι Αμερικανοί δεν ανησυχούσαν, γιατί δεν είχαν φαβέλες. Οταν οι μαύροι των γκέτο έκαναν γυαλιά καρφιά το Λος Αντζελες, οι Γάλλοι δεν ανησυχούσαν, γιατί σκέφτονταν ότι η κοινωνική Ευρώπη δεν πάσχει από ρατσισμό. Κι όταν τα προάστια του Παρισιού λαμπάδιαζαν, εμείς δεν ανησυχούσαμε, γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε μεταναστευτικά γκέτο. Κάθε φορά που κάποιο δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι, είναι πολλοί εκείνοι που προτιμούν να κοιτάζουν το δάχτυλο. Επρεπε το φεγγάρι να ανατείλει άλικο, βαμμένο στο αίμα ενός 15χρονου, για να φωτίσει η νύχτα όλα όσα έκρυβε ένας ψεύτης ήλιος. Και τελειώνει έτσι: «Ενα γνωστό ανέκδοτο λέει ότι, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας Γερμανός αξιωματικός επισκέφθηκε τον Πικάσο στο ατελιέ του, είδε την «Γκουέρνικα», σοκαρίστηκε και τον ρώτησε: Εσείς το φτιάξατε αυτό; Ο Πικάσο απάντησε ήρεμα: Οχι, ΕΣΕΙΣ το κάνατε. Σήμερα, πολλοί φιλελεύθεροι, όταν αντικρίζουν βίαιες εκρήξεις όπως εκείνες του Παρισιού, ρωτάνε όσους αριστερούς επιμένουμε στην ανάγκη του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού: Εσείς το κάνατε; Αυτό θέλετε στ' αλήθεια; Ας απαντήσουμε όπως ο Πικάσο: Οχι, εσείς το κάνατε. Είναι αποτέλεσμα της δικής σας πολιτικής»! Όλο το καταπληκτικό άρθρο εδώ:

Ο Αντώνης Κυριαζής από την τοπική εφημερίδα της Λέσβου Εμπρός με ένα σκίτσο λέει τα πάντα για τα άθλια δελτία ειδήσεων μιας άθλιας τηλεόρασης.



Μπλογκ

Ένα μπλογκ που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των παιδιών με αναπηρία. Η Λυγερή Βασιλείου, η ίδια μάνα παιδιού με αναπηρία, δίνει μέσα από το μπλογκ τον αγώνα της με ένα φαύλο κράτος βουτηγμένο στα σκάνδαλα και τις μίζες. Ξέρει ότι η μάχη είναι άνιση, αλλά το κάνει με πείσμα και αξιοπρέπεια. Πρόσφατα μια ανάρτησή της με τίτλο: Στέγνωσε το σάλιο του Πολίτη που συγκλόνισε το διαδίκτυο, έγινε επερώτηση στη Βουλή. Η συμπαράστασή μας (και ο θαυμασμός) είναι δεδομένα.

O Αλουφάνης είχε την (καταπληκτική) ιδέα και το Νατασσάκι τό κουράγιο και την όρεξη να το προωθήσει. Αν και υπήρξαν ορισμένες ενστάσεις, το γεγονός ότι το αγκάλιασαν πάνω από εξακόσιοι μπλόγκερς φανερώνει την επιτυχία του. Ένα μπλογκ αφιερωμένο στην Αμαλία...

Καλή χρονιά σε όλους σας!

Τετάρτη, 17 Δεκέμβριος 2008

Το πνεύμα των Χριστουγέννων

Η Έλλη Φωτεινού, μια συνηθισμένη γυναίκα μέσης ηλικίας, παντρεμένη με δυο παιδιά που μεγάλωσαν πια, χρόνια τώρα περίμενε με ανυπομονησία το Δεκέμβρη και τις γιορτές του. Όλο το προηγούμενο μήνα είχε δουλειές με φούντες. Προετοίμαζε το σπίτι για να υποδεχτεί η οικογένεια το χειμώνα. Είχε μαζέψει τα καλοκαιρινά ρούχα, τα είχε τακτοποιήσει στις ντουλάπες και είχε βγάλει τα χειμερινά. Είχε πάρει τα χαλιά από το καθαριστήριο και τα είχε στρώσει. Έβγαλε τις κουβέρτες και τα παπλώματα, άλλαξε καλύμματα στο σαλόνι, άδειασε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, τα καθάρισε και ξαναέβαλε τα πράγματα μέσα τακτοποιημένα και κυρίως στοιχισμένα. Με την ευκαιρία ξαναέπλυνε όλα τα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαχαιροπήρουνα. Άλλαξε τις κουρτίνες, κατέβασε όλα τα βιβλία και τα ξαναέβαλε στη θέση τους όμορφα και καθαρά. Με δυο λόγια διάλυσε όλο το σπίτι και το ξαναμοντάρισε με το μοναδικό της τρόπο.
Τη πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη ξεκουραζόταν και από την επόμενη άρχιζε το στόλισμα για τα Χριστούγεννα. Δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει όλους αυτούς που μιλούσαν με απαξίωση για τις γιορτές, πολύ περισσότερο αυτούς που ένοιωθαν ένα είδος κατάθλιψης τη λεγόμενη μελαγχολία των Χριστουγέννων. Δεν προλάβαινε. Θυμήθηκε με νοσταλγία τα παιδικά της χρόνια. Δύσκολα χρόνια, γεμάτα φτώχεια και στερήσεις. Αναρωτήθηκε γιατί της άρεσαν τα Χριστούγεννα παιδί. Έτσι κι αλλιώς δώρα δεν υπήρχαν, ούτε στολισμοί στους δρόμους και τις πλατείες του χωριού. Ούτε καν Άγιος Βασίλης. Ήταν τέτοια η φτώχεια, που οι μανάδες δεν τολμούσαν να αφήσουν τα παιδιά τους να πιστέψουν σε ένα Άγιο που πραγματοποιεί τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς την επιθυμία για ένα παιχνίδι. Θα ήταν τόσο οδυνηρή η διάψευση την άλλη μέρα και τόσο μεγάλη η λύπη από την αδυναμία του Αγίου, που θα τραυμάτιζε το ψυχικό κόσμο του παιδιού. Και οι μανάδες ήξεραν να προστατεύουν τα παιδιά τους. Πάντα ήξεραν. Και φρόντιζαν να κάνουν τα πράγματα να φαίνονται τουλάχιστον καλύτερα.
Έστω και με αυτό το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ένα κλαδί πεύκου με δυο τρεις κουκουνάρες. Μερικές τούφες από βαμβάκι για χιόνι, κορδέλες από ύφασμα δεμένες φιόγκο, μια ξύλινη φάτνη τοποθετημένη στη βάση του. Και το εργαστήρι ονείρων ήταν έτοιμο. O μικρός Χριστούλης που τον προστατεύουν τα ζώα και τον ζεσταίνουν με την ανάσα τους, θα σε βοηθήσει να προκόψεις. Με το που έμπαινε ο Δεκέμβρης άρχιζε να παρακαλάει το πατέρα της να κόψει το κλαδί. Ο πατέρας της που δούλευε όλη μέρα στα χωράφια, μια το ξέχναγε μια δεν προλάβαινε. Και δώστου παρακάλια ανακατεμένα με κλάματα, μέχρι που πετύχαινε το σκοπό της. Από τότε νοιώθει ένταση και μια έξαψη στο στόλισμα του δέντρου. Ένα θηρίο δίμετρο και τεράστιο. Το Σάββατο είχε βγάλει από το πατάρι το κουτί με το δέντρο και όλες αυτές τις κούτες με τα λαμπάκια και τα στολίδια. Είχε διαπραγματευτεί με τον άντρα της την ώρα που θα το έστηνε, γιατί μόνη της δεν μπορούσε. Στις εννιά το βράδυ μετά από το παιχνίδι ποδοσφαίρου της αγαπημένης του ομάδας.
Τους πρόλαβαν τα τραγικά γεγονότα με τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη. Δεν το χωρούσε το μυαλό της αυτό που έγινε. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να είναι ο γιος της στη θέση του δεκαπεντάχρονου τη συντάραξε ολόκληρη. Σκέφτηκε τη μάνα του παιδιού και έκλαψε πικρά. Όλα όσα ακολούθησαν τη γέμισαν οργή και θυμό. Τσακώθηκε με τη γειτόνισσα που έβριζε τα παιδιά που χαλάνε τη χώρα. Με τη φιλενάδα της που τα παλιόπαιδα δεν σεβάστηκαν ούτε το δέντρο στο Σύνταγμα. Τι θα λένε οι ξένοι; Τι να σου πω και σένανε, αυτό το δέντρο που κάηκε ζέστανε τη καρδιά μας αυτόν τον μακρύ χειμώνα μιας και η άνοιξη φαντάζει χρόνια μακριά σε τούτη τη χώρα.
Τα κουτιά με τα στολίδια παρέμειναν στο πάτωμα και κλειστά Το δέντρο στημένο και άδειο. Δεν είχε πια καμιά όρεξη. Έλα όμως που αύριο θα ερχόταν τα παιδιά της. Έκανε τι καρδιά της πέτρα και άρχισε να ανοίγει τα κουτιά. Στη τηλεόραση, ο πρωθυπουργός της χώρας αναλάμβανε την ευθύνη για το Βατοπέδιο. Επιτέλους και μια καλή είδηση. Έδωσε λίγη προσοχή. Υποτίμησα το θέμα, δικό μου το λάθος γιατί δεν είχα καθαρή εικόνα. Αναλαμβάνω την ευθύνη και συνεχίζουμε τη πορεία μας για να σώσουμε τη χώρα. Η Έλλη είχε μείνει άφωνη. Σιγά μη κάνεις χαρακίρι και έχεις και μικρά παιδιά.
Έπιασε το δέντρο από τη κορυφή, το έσυρε με μανία έξω και το έστησε δίπλα στο κάδο σκουπιδιών. Γύρισε πίσω, πήρε τα κουτιά, το στόλισε και πήγε στο μπακάλη με αποφασιστικό βήμα. Αγόρασε ένα μπουκάλι βενζίνη.

Τετάρτη, 10 Δεκέμβριος 2008

Γαμώ τη κοινωνία μου.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
K. Kαβάφης
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Η ώρα του απολογισμού και του καταμερισμού των ευθυνών. Και όπως πάντα φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς. Φταίνε οι γονείς που άφησαν το παιδί τους να κυκλοφορεί εννιά το βράδυ αντί να το έχουν μαντρισμένο στο διαμέρισμα και σίγουρο. Φταίει και αυτό το παλιόπαιδο που δεν έσκυψε το κεφάλι, δεν έβαλε την ουρά στα σκέλια και να το βάλει στα πόδια, αλλά κοίταξε τον "ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε" μπάτσο στα μάτια άφοβα και με μια δόση ειρωνείας στο βλέμμα του. Φταίνε και αυτά τα κακομαθημένα, οι μαθητές, που αφορμή θέλουν να τη κοπανήσουν από τα σχολεία τους και να τρέχουν στις διαδηλώσεις και να σπάνε βιτρίνες. Φταίνε οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, ο Χατζηπετρής. Από πού και ως που φταίμε εμείς; Τι κάναμε εμείς; Eμείς μια χαρά είμαστε στα κόμματά μας, στα μαγαζιά μας, στο σπιτάκι μας. Άσε που έχουμε και οικολογικές ευαισθησίες.
Όχι πέστε μου, μπορείτε να ανεχθείτε τη παρανομία; Είναι νόμιμο να σπάνε οι βιτρίνες των τραπεζών; Αναλογιστήκατε ποτέ τι θα κάναμε χωρίς τις τράπεζες; Δεν είδατε που όλες οι κυβερνήσεις του κόσμου έτρεξαν να τις βοηθήσουν τώρα με τη κρίση; Η τράπεζα όμως που έβγαλε σε πλειστηριασμό το χαμόσπιτο για τα οχτακόσια ευρώ που χρωστούσε ο ιδιοκτήτης του, είναι νόμιμο. Και ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό. Το είπε και ο τέως υπουργός, ο Βουλγαράκης. Στο λογαριασμό της γυναίκας του οποίου βρέθηκαν καταθέσεις πεντέμισι (5,5) εκατομμυρίων ευρώ από τη μονή Βαλτοπεδίου τα τρία τελευταία χρόνια. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι έγιναν νόμιμα. Όπως νόμιμα έγινε το ξεπούλημα της δημόσιας γης και με τη βούλα του νομικού συμβουλίου του κράτους. Τι θέλουν επιτέλους και διαμαρτύρονται τα σκασμένα αντί να διαβάζουν; Να είναι καλοί μαθητές, να σπουδάσουν, να προκόψουν σε αυτή τη κοινωνία; Την κοινωνία των ίσων ευκαιριών, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης.
Θα μας πρήξουν πάλι οι τηλεοράσεις με τους βανδαλισμούς και το πλιάτσικο. Οι γνωστοί άγνωστοι προβοκάτορες, αυτοί τη φορά ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Τόσα χρόνια, στις πορείες του Πολυτεχνείου και τις διαδηλώσεις, πάντα κέρδιζαν τη δημοσιότητα. Μια λέξη για τις χιλιάδες του κόσμου που διαδήλωνε και ώρες ατελείωτες το κρυφτούλι τους και το κυνηγητό τους με τα Ματ. Ο σκοπός τους να ξευτελιστούν οι όποιες κινητοποιήσεις, να ξεσηκωθούν οι νοικοκυραίοι, να καταργηθεί το άσυλο. Τούτες τις μέρες έδωσαν τα ρέστα τους. Να ξεμπερδεύουν μια και καλή με όλους αυτούς που αντιστέκονται και δεν κοιτάν τη δουλειά τους.
Τα γεγονότα έχουν διπλή ανάγνωση. Ή θα δεις σε αυτά τα σπασμένα και τα καμένα που απερίφραστα τα καταδικάζω, αλλά δεν είναι το κύριο. Ή θα δεις σε αυτά τη κοινωνία, που με την ανοχή της στις όποιες ζαρντινιέρες, όπλισε το χέρι του μπάτσου που πυροβόλησε το παιδί μας. Ή θα δεις τους κουκουλοφόρους προβοκάτορες ή θα δεις τα καθαρά και ελπιδοφόρα βλέμματα των μαθητών που αντιστέκονται. Και εγώ είδα και ζήλεψα τους δεκαεξάρηδες που δεν φοβούνται τους μπάτσους. Που κλαίνε στη κηδεία του Αλέξη και το αμέσως επόμενο λεπτό γελάνε με ένα ανέκδοτο. Που φωνάζουν συνθήματα και ταυτόχρονα ανταλλάσουν μηνύματα με το κινητό. Που είναι ο μόνος ζωντανός οργανισμός σε όλη αυτή τη σαπίλα που μας περιβάλει.
Και τι δεν θα έδινα να ήμουν για μέρα δεκαεξάρης. Να μας γαμήσω τα λύκεια, τις βιτρίνες μας, το βόλεμά μας, την κοινωνία μας όλη. Γαμώ τη κοινωνία μου!

Δευτέρα, 8 Δεκέμβριος 2008

...........


Θα μπορούσε να είναι το παιδί σου, ο αδερφός σου, ο φίλος σου...




Σάββατο, 29 Νοέμβριος 2008

Κι έτσι μείναμε εδώ

Είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Με μπόλικο άγχος, πολλά νεύρα, άσχημες ειδήσεις και την απαραίτητη κίνηση στους δρόμους. Αργά το μεσημέρι μόλις επέστρεψα στο σπίτι, έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. «Πάει και αυτό» μονολόγησα και έπεσα με τα μούτρα στην εφημερίδα. Δεν το χωράει ο νους το μέγεθος του εγκλήματος στην Ινδία. Ούτε την ευκολία με την οποία η θρησκεία, η οποιαδήποτε θρησκεία και ο φανατισμός, μετατρέπουν τους ανθρώπους σε ζόμπι, χωρίς βούληση και χωρίς σκέψη.
Νωρίς το απόγευμα ξανά στην ίδια διαδρομή της επιστροφής στη δουλειά. Είναι Νοέμβρης και από τις έξι έχει ήδη νυχτώσει και το κρύο είναι τσουχτερό. Στο δρόμο άνθρωποι βιαστικοί και κουμπωμένοι, οδηγοί νευρικοί και αγριεμένοι. Κάνω υπομονή και περιμένω την έξοδο από τη πόλη και την απελευθέρωση από τη κίνηση. Στη τελευταία στροφή με περιμένει χρόνια τώρα η Μαργαρίτα.
Η Μαργαρίτα είναι υποθέτω κοπτοραπτού. Παλιά τις λέγαμε μοδίστρες και ράφτρες. Εργάζεται σε ένα δωματιάκι, στο ισόγειο ενός προσφυγικού χαμόσπιτου. Η πόρτα είναι σχεδόν όλη από τζάμι και το μοναδικό παράθυρο έχει πάντα ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα. Το μικρό πλεχτό κουρτινάκι δεν κρύβει τίποτα από το δωμάτιο. Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που κάνει το αμάξι να περάσει από μπροστά βλέπω τη Μαργαρίτα πίσω από τη παλιά ραπτομηχανή σίνγκερ και γύρω της πότε κουρτίνες πότε σεντόνια και πότε άλλα είδη υφασμάτων να τη περιβάλλουν.
Όταν τη πρόσεξα για πρώτη φορά μου έκανε εντύπωση η ραπτομηχανή. Μου θύμισε έντονα τα παιδικά μου χρόνια, τότε που σε όλα τα σπίτια του χωριού δέσποζε η μικρή σίνγκερ χειρός. Η γειτόνισσα η ράφτρα όμως είχε τη μεγάλη. Που με έχανες που με έβρισκες εγώ ήμουν στη ράφτρα και παρακολουθούσα άφωνος το ράψιμο με τη μηχανή. Πολλές φορές έσκυβα κάτω για να καταλάβω τον περίπλοκο μηχανισμό που με το πάτημα του ποδιού στο πετάλι, μετέφερε τη κίνηση στο μεγάλο τροχό και από εκεί ο ιμάντας στο μικρό τροχό και το ράψιμο. Έτσι γινόταν στην αρχή γιατί από ένα σημείο και μετά έβλεπα τα μπούτια της γειτόνισσας και ακόμα πιο μέσα, σε κείνο το σκοτεινό σημείο που με τραβούσε με μια ανεξήγητη δύναμη, όπως ο μαγνήτης τις καρφίτσες.
Έχω ξεχάσει πια πόσα χρόνια γίνεται αυτή η διαδρομή. Και η Μαργαρίτα πάντα εκεί. Με κρύο και με ζέστη, με βροχή και με χαλάζι. Με το ίδιο τρανζιστοράκι πάνω στη μηχανή. Το μόνο που αλλάζει είναι η μικρή ηλεκτρική σόμπα του χειμώνα, με τον λευκό ανεμιστήρα του καλοκαιριού. Όλα τα γεγονότα του καιρού μας η Μαργαρίτα τα έζησε στο δωματιάκι. Είδε το κράτος μας να εκσυγχρονίζεται και αργότερα να επανιδρύεται. Οι δραχμές να γίνονται ευρώ και το ψωμί παντεσπάνι. Άκουσε για τη τρύπα του όζοντος που μεγαλώνει, για το πλανήτη που καταστρέφεται. Μου είπε και τα δικά της.
Ναι έχουμε αρχίσει και μιλάμε. Δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησε. Ένα βράδυ μου φάνηκε πως μου χαμογέλασε. Αλήθεια. Σήκωσε το κεφάλι της από τη μηχανή, με κοίταξε και μου έσκασε ένα χαμόγελο. Από τότε ένοιωσα γι αυτή μεγάλη οικειότητα. Τη βάφτισα Μαργαρίτα γιατί κάθε φορά που περνούσα μπροστά από το δωματιάκι και την έβλεπα σκυμμένη και αφοσιωμένη στη δουλειά της ήθελα να της πω μια καλησπέρα και μετά μια καληνύχτα. Από τότε άρχισα να δημιουργώ στο μυαλό μου διαλόγους μαζί της. Μου μίλησε για όλα. Για τον έρωτα που τη σημάδεψε. Το λόγο του χωρισμού. Γιατί απέρριψε όλες τις άλλες προτάσεις και δεν παντρεύτηκε. Τη μοναξιά της όλα αυτά τα χρόνια. Τα όνειρα που χάθηκαν, η ζωή που κούρασε.
Επιτέλους είμαι στη τελευταία στροφή. Ετοιμάζομαι για τη καλησπέρα αλλά μένω άφωνος από την έκπληξη. Το δωματιάκι για πρώτη φορά σκοτεινό και τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Βλέπω ένα μικρό χαρτί κολλημένο στη πόρτα. Σταματάω το αμάξι και προσπαθώ να διαβάσω. Αμέσως γίνεται χαμός από τα κορναρίσματα. Αναγκάζομαι να συνεχίσω και το σφίξιμο στη καρδιά μεγαλώνει. Δεν θέλω να σκεφτώ άσχημα πράγματα. Όχι. Η Μαργαρίτα είναι καλά. Το πιο πιθανόν να γύρισε ο αγαπημένος της και να τη πήρε μαζί του. Ναι. Η Μαργαρίτα είναι πια ευτυχισμένη. Αλλά γιατί σκουπίζω με το μανίκι μου ένα δάκρυ; Προφανώς είναι για μένα. Για όλα αυτά τα χρόνια που χάθηκαν σε μια στροφή της ζωής.

Σήμερα δεν είναι μια μέρα σαν τις άλλες. Καληνύχτα Μαργαρίτα.

Στιχοι
- Μουσική: Νίκος Μεριαλής
Τραγόυδι: Νίκος Μεριαλής (Μουσικοί Ιχνηλάτες)




ΥΓ. Αφιερωμένο σε μια ευαίσθητη Σταγόνα μιας φθινοπωρινής βροχής.

Τετάρτη, 19 Νοέμβριος 2008

Μοναξιά

Το ταξίδι με το αμάξι συνηθισμένο αλλά η βροχή το κάνει υποφερτό. Οι σταγόνες χρωματίζουν το μουντό της μέρας και οι μικρές λακκούβες νερού που σχηματίζονται στο οδόστρωμα της δίνουν τη χάρη που της λείπει. Η μυρωδιά των μαραμένων φύλλων ανακατεμένη με το βρεγμένο χώμα τρυπώνει από τη χαραμάδα του τζαμιού. Το τραγούδι ίσα που ακούγεται στο ραδιόφωνο: «Δεν υπάρχω κι είμαι εδώ». Ο Δημήτρης απόρησε. «Πότε τελείωσαν οι ειδήσεις;» Είχε μείνει στην ανάλυση των NY Times για τον Ομπάμα που έλεγαν: «Ο Ομπάμα διεκδικείται από όλους, μοιραία θα απογοητεύσει πολλούς». Του έκανε εντύπωση η ατάκα. Για την ειδική αλλά και για την γενική εφαρμογή της. Όλοι διεκδικούν αυτές τις ημέρες τον Ομπάμα. Οι μαύροι και οι λευκοί, οι μουσουλμάνοι και οι εβραίοι, οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί, οι κεντρώοι και οι σοσιαλιστές. Τον διεκδικούν οι Βρετανοί, οι Γερμανοί και άλλοι λαοί που είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική του Μπους. Αλλά τις πιο μεγάλες προσδοκίες τις έχουν οι Έλληνες. Οι εφημερίδες, οι τηλεοράσεις, οι μπλόγκερς. Κρατάνε μεγάλο καλάθι. Πολύ όμως.
Έχει πάρει φόρα και ετοιμάζεται για βαριές και περισπούδαστες αναλύσεις. Θα το πιάσει το θέμα στην αρχή φιλοσοφικά. Για το ρόλο του ηγέτη στην ιστορία. Το ρόλο των μαζών στην ανάδειξη του ηγέτη. Δεν υπάρχει καλύτερος συζητητής από τον εαυτό του. Και πιο απαιτητικός. Εδώ δεν περνάνε ντρίπλες και λεκτικοί ακροβατισμοί. Εδώ αγόρι μου πρέπει να ιδρώσεις, για να πείσεις. Είναι σχεδόν έτοιμος για τη μάχη αλλά το τραγούδι δεν τον αφήνει: «Δεν υπάρχεις/ δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ». Ξεφουσκώνει απότομα και παραιτείται από κάθε σκέψη για πολιτικές αναλύσεις. Προσπαθεί να αποφύγει το μοιραίο, αλλά μάταια. Η μορφή της ορμάει φουριόζα και πλημμυρίζει επιδεικτικά το χώρο, με τα ίδια μάτια, τα γεμάτα ερωτηματικά, όπως και τη πρώτη φορά που τη γνώρισε σε κείνο το μπαρ. Παλίρροια το έλεγαν, αν και όλα σ΄αυτό το καλοκαιρινό ερείπιο συνηγορούσαν για ναυάγιο. Προσπαθεί να το διασκεδάσει. «Εκτός από τον καπιταλισμό υπάρχει και η Μαρία» λέει και ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του.
«Υπάρχει;» αναρωτήθηκε.
«Μπορεί να υπάρχει έξω από μένα, χωρίς εμένα; Τι σημασία έχει; Το θέμα είναι ότι υπήρξε» συνέχισε το συλλογισμό του.
Και για μια εποχή ήταν ο ορισμός της ύπαρξης. Ο Σαρτρ είχε πει κάποτε: «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας». Όταν το διάβασε, πάνω στα ντουζένια της επαναστατικής του νιότης, γέλασε και το προσπέρασε απαξιωτικά. Όταν τη γνώρισε πείστηκε ότι μια τέτοια κατάσταση περιέγραφε. Όταν ασχολήθηκε σοβαρότερα και διάβασε για τη σύντροφό του τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η πίστη έγινε βεβαιότητα. Η κόλαση είναι οι άλλοι. Όλοι οι άλλοι, εκτός από τη Μαρία. Αυτός ήταν και ο μόνος ορισμός που μπόρεσε να δώσει για τον έρωτα. Γιατί εξήγηση δεν υπήρχε.
Η σκηνή ξεπετάχτηκε ολοζώντανη μπροστά του. Η Μαρία είναι στη κουζίνα και μαγειρεύει. Είχε προηγηθεί η απαραίτητη λογομαχία.
- Δεν θα βάλεις στο φαγητό φυλλαράκια από τις μωβ παπαρούνες, τη ρώτησε.
- Χαχα! Το κρόκο Κοζάνης λες. Και δεν είναι φυλλαράκια, στίγματα από το άνθος είναι. Δεν ταιριάζουν σ΄αυτό το φαγητό, του απάντησε.
- Κρίμα, έχω ακούσει ότι είναι καλό αφροδισιακό, επέμεινε αυτός.
- Ιδέα δεν έχεις από μαγειρική. Άμα δεν είμαστε και μεις οι γυναίκες να σας μαγειρεύουμε, θα είχατε πεθάνει στη πείνα, του πέταξε γελώντας.
- Χαρά στα λάχανα! Έχεις δει πολλές μαγείρισσες στα μεγάλα ξενοδοχεία και εστιατόρια; Όλοι οι μεγάλοι σεφ άντρες είναι, της απάντησε με τον ίδιο τόνο.
- Ναι αλλά φοράνε μαύρο στριγκάκι; ρώτησε όλο νάζι και σήκωσε τη φούστα της.
Η θέα της σάρκας που ασφυκτιούσε πίσω από τη λεπτή μαύρη λουρίδα του έκοψε την ανάσα. Την πλησιάζει και κολλάει το σώμα του πάνω της.
- Πάρε με, του λέει πνιχτά τη στιγμή που της έφευγε το μαχαίρι από τα χέρια. Πριν κυλιστούνε στο πάτωμα ένα λεπτό άρωμα από μοσχοκάρυδο τους τύλιξε.
Η παρουσία της δεν του έφερε πίκρα, ούτε αναζήτηση των ημερών που χάθηκαν για πάντα. Είχε από καιρό αποδεχτεί το νομοτελειακό του πράγματος. Και είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα. Η ζωή είναι ένα ταξίδι που το κάνεις μόνος. Όλα τα ενδιάμεσα, απλά το επιβεβαιώνουν. Άμα έχεις και καλή μουσική ακόμα καλύτερα. Το επόμενο τραγούδι τελείωνε και ίσα που πρόσεξε τους τελευταίους στίχους:
κάπου ένα μαχαίρι είναι που βρέθηκε / δίχως ν' ακουστεί κανένας φόνος..

Στίχοι: Αλέξανδρος Μπάρας
Μουσική - Τραγούδι: Θάνος Μικρούτσικος

ΥΓ. Είναι η ανταπόκρισή μου στο παιχνίδι που με κάλεσε η Φεγγαραγκαλιά, στην οποία και το αφιερώνω.