Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Το τρένο της αιώνιας επιστροφής


Επιτέλους κέρδισα! Μπορεί να μην ήταν λαχείο, αλλά δεν είναι δα και αμελητέο ένα ταξίδι με τρένο. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον γύρο της Γαλλίας με το TVG, που θεωρείται ένα από τα ασφαλέστερα  και ταχύτερα τρένα του κόσμου.
     Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν πίστευα πως θα κέρδιζα σε ένα διαγωνισμό που γινόταν στη Γαλλία και είχε σαν θέμα το ερώτημα: Πώς φαντάζεσαι την αιώνια επιστροφή του Νίτσε; Επρόκειτο για ένα φιλοσοφικό δοκίμιο και σαν τέτοιο δεν είχα, προφανώς,  καμιά τύχη και μάλιστα στη Γαλλία, τη χώρα που ανθεί (ακόμα) η σοβαρή πορτοκαλέα. Η έμπνευσή μου, αντί για δοκίμιο να γράψω ένα διήγημα (τι είχα, τι έχασα;), αποδείχτηκε καταλυτική. Οι Γάλλοι, περίεργος λαός, εκτίμησαν τη διαφορετική προσέγγιση και την άλλη ματιά (φαντάζομαι) και μου έδωσαν το δεύτερο βραβείο, μαζί με το εισιτήριο. Το πρώτο, μαζί με το παραδάκι, το πήρε Γάλλος. Είπαμε είναι περίεργοι, όχι βλάκες.
     Ευτυχισμένος από την εξέλιξη, παίρνω τα μέα μου, λίγα ρούχα και μια φωτογραφική μηχανή και να ‘μαι στο Ορλί. Όσο για τη θεσπέσια ύπαρξη που περίμενα να με περιμένει, γεμάτη θαυμασμό για τον νικητή, αντ’ αυτής, Γουλιμής. Ένας κοντοκουρεμένος τύπος με λεπτό μουστάκι, μαύρο κοστούμι και κατακόκκινο πρόσωπο. Μου δίνει το βραβείο, ένα ρολό χαρτί τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα και το εισιτήριο. Η μια πίσω από την άλλη, όλες μου οι φαντασιώσεις αυτοκτονούν. Πρώτα η θεσπέσια ύπαρξη πέφτει στις κυλιόμενες σκάλες και γκρεμοτσακίζεται κι αμέσως μετά, η γεμάτη αίθουσα που θα λάμβανε χώρα η εκδήλωση για τη βράβευση των νικητών, σκύβει να τη πιάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να την ακολουθήσει στο χαμό της. Λυπηρό φαινόμενο αλλά όχι ικανό να μετριάσει τη χαρά μου. Μια χαρά που τη μεγαλώνει η σκέψη πως απερίσπαστος από έγνοιες και δουλειές, θα πραγματοποιήσω επιτέλους τα ρεπορτάζ της ζωής μου. 
     Ο τύπος μου λέει να τον ακολουθήσω. Το κάνω και είμαι προσεκτικός στις σκάλες, ιδιαίτερα σε αυτές που κατεβαίνουν. Σε αντίθεση με τις φαντασιώσεις μου, η ύπαρξή μου είναι υπαρκτή. Βγαίνουμε από το αεροδρόμιο και σταματάμε σε μια στάση λεωφορείου.
     «Θα πάρεις τη γραμμή 285 και θα κατεβείς στο τέρμα της. Εκεί είναι ο σταθμός του μετρό VillejuifLouis Aragon. Θα πάρεις το μετρό και θα κατεβείς στο κέντρο. Θα ψάξεις για τον σταθμό Gare de l'Est. Όταν φτάσεις και μπεις μέσα θα δεις δυο τρένα να περιμένουν. Το ένα θα είναι γεμάτο κόσμο και το άλλο άδειο. Εσύ θα μπεις στο άδειο. Κατανοητό;»
     Κουνάω το κεφάλι μου, περισσότερο από δέος. Όλα αυτά τα μπερδεμένα με ζάλισαν, αλλά κρατάω χαρακτήρα. Σιγά να μη δώσω την ικανοποίηση στον Γάλλο να με κοιτάξει με οίκτο. Όπως είναι φυσικό χάνομαι. Καθόλου δεν πτοούμαι, παίρνω ταξί. Το χρυσοπληρώνω, αλλά με αφήνει έξω από τον σταθμό. Ευτυχώς ο Γάλλος είχε δίκιο, τα τρένα είναι δυο. Μπαίνω στο άδειο. Θαυμάζω το εσωτερικό του και κάθομαι σε ένα από τα αναπαυτικά του καθίσματα. Κάτι η κούραση, κάτι το ξενύχτι της προηγούμενης, χωρίς να το καταλάβω τα μάτια μου κλείνουν. Όταν ανοίγουν το τρένο έχει ήδη ξεκινήσει.
     Περίεργα πράγματα συμβαίνουν γύρω μου που αδυνατώ να τα εξηγήσω με τη λογική. Το εσωτερικό του βαγονιού έχει αλλάξει. Ο χώρος παραμένει ο ίδιος αλλά τα πολλά καθίσματα έχουν εξαφανιστεί. Τώρα υπάρχει κρεβάτι πίσω από ένα παραβάν, τουαλέτα, σαλόνι και καθιστικό. Λες και με έχουν μεταφέρει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Τρέχω αλαφιασμένος προς το παράθυρο, τραβάω την κουρτίνα και διαπιστώνω το προφανές. Το τρένο κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αρχίζουν να τρέμουν τα πόδια μου, όταν παρατηρώ τα ρούχα μου. Φοράω ένα άσπρο ράσο, κάτι σαν αραβική κελεμπία και είμαι ξυπόλητος. Όνειρο βλέπω δεν μπορεί, συλλογίζομαι και τραβάω μια δυνατή τσιμπιά στο μπούτι μου. Ουρλιάζω από πόνο, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Κρύες σταγόνες ιδρώτα τρέχουν στη ραχοκοκαλιά μου. Δεν μπορεί, θα υπάρχει μια λογική εξήγηση, προσπαθώ να δώσω λίγο κουράγιο στον εαυτό μου. Μάλλον θα κοιμήθηκα βαριά και τώρα έχω παραισθήσεις. Έναν καφέ! Πρέπει να πιω έναν καφέ  για να συνέλθω. Ψάχνω για λεφτά, τίποτα. Έχει εξαφανιστεί και η βαλίτσα μου μαζί με τη φωτογραφική. Αποφασίζω να ψάξω για μπαρ, να βρω κάποιον να ρωτήσω να μου πει τι συμβαίνει. Περνάω στο επόμενο βαγόνι και ξαφνικά όλα ξεκαθαρίζουν. Είναι γεμάτο καθίσματα. Άδεια μεν από ανθρώπους, αλλά καθίσματα, όμορφα στοιβαγμένα το ένα πίσω από το άλλο. Κοιμήθηκα και με μετέφεραν στο δωμάτιό μου. Τόσο μεγάλο ταξίδι χρειάζεται και τις ανέσεις του. Βραβείο κέρδισα, δικαιούμαι περιποίησης. Αδυνατώ να εξηγήσω την κελεμπία και το χάσιμο της βαλίτσας, αλλά τώρα πια έχω ανεβασμένη αυτοπεποίθηση. Περνάω στο επόμενο βαγόνι, και ναι, είναι το μπαρ.
     Η χαρά μου κρατάει για λίγο, τα περίεργα ξαναρχίζουν. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και η ατμόσφαιρα απόκοσμη. Ο μπάρμαν, οι δυο όρθιοι στη μπάρα και οι θαμώνες καθισμένοι στα τραπεζάκια, φοράνε την ίδια κελεμπία με μένα. Μόλις τώρα παρατηρώ πόσο άσχημο δείχνει το ντύσιμο σε άλλους ανθρώπους. Πλησιάζω με φόβο και επιφύλαξη. Ο ένας από τους δύο που στέκονται όρθιοι, γυρίζει και με κοιτάζει αδιάφορα. Κάπου τον ξέρω αυτόν τον τύπο. Ένας γεράκος με φαλάκρα, άσπρα μαλλιά που ξεκινούν από τους κροτάφους και μακριά γενειάδα που λόγω της κελεμπίας δεν μπορώ να διακρίνω πού τελειώνει. Φτυστός ο Δαρβίνος!
Ο τύπος δεν μου δίνει σημασία, λες και δεν υπάρχω. Γυρίζει στον διπλανό του,  και συνεχίζει τη κουβέντα.
   «Το ανθρώπινο όν όπως το ξέρουμε εξελίχθηκε από παλιότερα είδη ζώων».
   Και τότε προσέχω τον άλλο όρθιο. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά δυνατά. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν ο ίδιος ο Χριστός! Αυτό το καλοσυνάτο πρόσωπο, τα μακριά μαλλιά, η γενειάδα. Όλα τον θυμίζουν..
     «Ο σκοπός της εξέλιξης του ανθρώπου είναι να κατανοήσει ότι είναι ο Γιος του Θεού, και κατανοώντας το να βοηθήσει τους άλλους ανθρώπους να το καταλάβουν. Και μόνο αυτό».
     Ο μπάρμαν κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε, σαν να τους έλεγε “κούνια που σας κούναγε”.  
     «Καλά δεν βαρεθήκατε να κουβεντιάζετε κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια; Αιώνες τώρα;»
     Γυρίζει προς τα μένα, καμιά έκπληξη πλέον κι αυτός γνωστός. Από το μοχθηρό ύφος και τις φαβορίτες μέχρι το στόμα, τα πεταχτά μαλλιά και το γενναίο κούτελο, δεν υπάρχει αμφιβολία είναι ο Σοπενχάουερ. Με ρωτάει με ύφος αυστηρό:
     «Τι θέλεις εσύ;»
     «Εεεε… ένα διπλό εσπρέσο…»
     Από το βάθος ακούγεται μια πασίγνωστη μελωδική φωνή:
     «Πάρε τριπλό. Θα σου χρειαστεί εδώ που έμπλεξες».
     Γυρίζω και βλέπω τον Τζιμ Μόρισον σκασμένο στα γέλια, να χτυπά στον αέρα το χέρι του (πώς πάχυνε έτσι αυτό το παιδί;) Σιντ Μπάρετ.  Το ότι έμπλεξα, έμπλεξα. Το θέμα είναι να μάθω πού. Κάθομαι σε ένα τραπέζι και με χέρια τρεμάμενα πίνω μια γουλιά καφέ. Τότε σηκώνεται η Τζάνις Τσόπλιν  και παίρνει ένα μικρόφωνο.
     «Κυρίες και κύριοι, αγαπητέ μας καλεσμένε, το σόου αρχίζει!»
     Ο προβολέας φωτίζει τη γωνία και φαίνεται ένα πλήρες σετ από ντραμς. Πίσω τους ο Τζον Μπόναμ, αγέρωχος και νεότατος, τα χτυπάει με μεγαλοπρέπεια, προαναγγέλλοντας την εμφάνιση κάποιου σπουδαίου. Όλη η αίθουσα γυρίζει προς τη πόρτα. Ένα ρίγος με διαπερνά πέρα ως πέρα.
     Ο Καρλ Μαρξ! Μπαίνει μέσα με ύφος αγέρωχο. Δίπλα του στέκεται, ποιος άλλος, ο Ένγκελς. Ο Κάρολος σταματάει στο κέντρο. Ανοίγει ένα χρυσόδετο τόμο και αρχίζει να διαβάζει:
     «Η ανάγκη για συνεχώς επεκτεινόμενη κατανάλωση των προϊόντων της, κυνηγά την αστική τάξη σ’ όλη την υδρόγειο. Είναι αναγκασμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί σχέσεις παντού... Στη θέση των παλιών αναγκών που ικανοποιούνται από εγχώρια προϊόντα, εμφανίζονται νέες ανάγκες, που για την ικανοποίηση τους απαιτούνται προϊόντα από τις πιο απομακρυσμένες χώρες και από τα πιο διαφορετικά κλίματα. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας εμφανίζεται η ολόπλευρη συναλλαγή, η ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών».
     Κλείνει τον τόμο. Κοιτάζει την αίθουσα με βλέμμα με πετάει φωτιές.
     «Κομμουνιστικό Μανιφέστο κύριοι, γραμμένο το 1848. Έχετε διαβάσει από τότε καλύτερη ανάλυση για την παγκοσμιοποίηση;»
     Αντί για απάντηση η αίθουσα ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο Κάρολος το απολαμβάνει και το δείχνει. Από ένα διπλανό του τραπέζι, πετάγεται ο Μπουκόφσκι (!) και προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο του, του δείχνει έναν  τύπο.
     «Είναι ακόμα εδώ».
     Ο Κάρολος κοιτάζει προς τα εκεί και αφηνιάζει με αυτόν που βλέπει. Ο Ένγκελς τρέχει και τον πιάνει, τη στιγμή που είναι έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Ο Στάλιν! Ο Μαρξ του βάζει τις φωνές.
     «Δεν σου έχω πει ότι θα εξαφανίζεσαι όταν μπαίνω στην αίθουσα;»
     «Μα έμεινα να ακούσω αυτά που θα έλεγες. Ξέρεις… μου αρέσουν».
     «Δεν θέλω να σου αρέσει τίποτα δικό μου. Ακούς; ΤΙ - ΠΟ – ΤΑ!»
     «Μα είναι αντιδημοκρατική συμπεριφορά αυτή!»
     «Τολμάς και μιλάς εσύ για συμπεριφορές; Εξαφανίσου είπα».
     Ο Στάλιν φεύγει με σκυμμένο το κεφάλι και ο Κάρολος κάθεται στο τραπέζι του. Ο Ένγκελς φέρνει δυο παγωμένες μπύρες.  Έρχεται στο τραπέζι τους ο Λέων Τολστόι κρατώντας ένα ποτήρι βότκα. Τσουγκρίζει μαζί τους, κουνάει το κεφάλι και λέει με πίκρα:
     «Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του».
     Ο προβολέας πέφτει πάλι στον Μπόναμ και τα ντραμς ξαναχτυπούν, αλλά με βαρεμάρα αυτή τη φορά. Χωρίς να τον αναγγείλουν, κάνει την εμφάνισή του ο Νίτσε. Κανείς δεν τον συνοδεύει. Ένα μουρμουρητό εξαπλώνεται στην αίθουσα. Σχόλια ακούγονται δεξιά κι αριστερά: Ωχ, ήρθε πάλι ο τρελός – δεν υπάρχει ένας χριστιανός να τον κλειδώσει στο καμαρίνι του -  θα μας τα πρήξει πάλι. Ο μπάρμαν αγριεύει.
     «Βγάλτε το σκασμό, μιλάει ο μαθητής μου!» 
     Κάτι αλλόκοτο υπάρχει στη ματιά του Νίτσε. Η όλη του εμφάνιση, με το τεράστιο μουστάκι να του κρύβει τα χείλη, μου προκαλεί φόβο. Είναι φανερό πως είναι αλλού. Και όμως με κοιτάζει. Θεέ μου, απευθύνεται σε μένα! Η φωνή του ακούγεται απόκοσμη:
    «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις ως τα τώρα, πρέπει να την ξαναρχίσεις από την αρχή, και να την ξαναρχίζεις αδιάκοπα˙ χωρίς τίποτα το καινούργιο˙ αντίθετα, μάλιστα! Ο παραμικρός πόνος, η παραμικρή ευχαρίστηση, η παραμικρή σκέψη, ο παραμικρός στεναγμός, όλα όσα ένιωσες στη ζωή σου θα ξαναρθούν, κάθε τι το άρρητα μεγάλο και το άρρητα μικρό που έχει μέσα της, όλα θα ξαναρθούν, και θα ξαναρθούν με την ίδια σειρά, με την ίδια ανελέητη διαδοχή…. κι αυτή η αράχνη θα ξαναρθεί, κι αυτό το σεληνόφωτο ανάμεσα στα δέντρα, κι αυτή η στιγμή, κι εγώ ο ίδιος! Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη των σκονών!»…
     Έχω παραλύσει. Το ύφος του γίνεται συγκαταβατικό.
     «Λυπάμαι φίλε μου που δικαιώθηκα. Ήταν πράγματι τρομερή πρόβλεψη και είναι κρίμα που θα τη βιώνεις για πάντα. Θα τα πούμε αύριο πάλι».
     Ο καφές έχει τελειώσει από ώρα, τα λογικά επιχειρήματα έχουν εξαντληθεί και μόλις μου σώθηκε το όποιο κουράγιο μου είχε απομείνει. Πανικός. Αυτή ακριβώς τη στιγμή έρχεται και κάθεται στο τραπέζι μου ένας συμπαθητικός γεράκος, που κρατάει στα χέρια του δυο ποτήρια με ουίσκι. Είναι ο μόνος που δεν γνωρίζω. Όσο και να προσπαθώ δεν μου θυμίζει τίποτα.   
      «Πρέπει να κάνεις υπομονή γιε μου. Ιώβεια υπομονή. Αυτό που βλέπεις τώρα θα το βλέπεις στον αιώνα τον άπαντα».
     «Μα πού βρίσκομαι επιτέλους; Τι είναι όλα αυτά; Γιατί τόσοι γνωστοί μου πεθαμένοι βρίσκονται εδώ και πώς γίνεται να μιλάνε όλοι ελληνικά;»
     «Σφίξε την καρδιά σου κι άκου με προσεκτικά. Όπως γίνεται με όλα τα μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας, έτσι και ο Νίτσε είχε εν μέρει δίκιο. Τελικά υπάρχει η αιώνια επιστροφή, μόνο που γίνεται στο πνεύμα κάθε ανθρώπου και όχι στον ίδιο τον άνθρωπο. Το πνεύμα αποδείχτηκε μια ανώτερη δύναμη, μια τέτοια μορφή ενέργειας, που ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει. Ο λόγος είναι απλούστατος.  Αποκτά όλες αυτές τις ιδιότητες μόνο όταν απελευθερωθεί από το σάρκινο κλουβί του».
     Πρόσεξε που τον κοίταζα σαν χάνος και χαμογέλασε.
     «Εννοείται πώς όλα όσα σου λέω είναι πολύ απλουστευμένα. Πρόσεξα ότι είναι και ο Αϊνστάιν εδώ. Αυτός θα στα εξηγήσει πολύ καλύτερα. Εγώ αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σε μπάσω στο θέμα. Το απελευθερωμένο, άρα και αναγεννημένο  πνεύμα παίρνει τη μορφή ενός μεταφορικού μέσου που αρέσει στον καθένα, δηλαδή θα μπορούσες να είσαι σε καράβι, σε αεροπλάνο, σε ταξί. Έτσι κι αλλιώς αυτό γίνεται γιατί της στιγμή της απελευθέρωσης κρατάει αυτά που αρέσουν στον καθένα και ανάλογα φτιάχνει τη σφαίρα του. Ναι φίλε μου, όλο αυτό το σκηνικό είναι μια πνευματική σφαίρα και οι θαμώνες της είναι οι άνθρωποι που το πνεύμα τους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρέασαν τη μέχρι τώρα ζωή σου. Γι αυτό θα δεις τον Μάνο Χατζιδάκι να τα πίνει με τον Σιντ Βίσιους των Σεξ Πίστολς, τον Ντοστογιέφσκι με τον Μπουκόφσκι, όπως είδες τον Χριστό να τα λέει με τον Δαρβίνο».
     Δεν τα χωράει ο νους μου όλα αυτά που ακούω. Προσπαθώ να μιλήσω και τραυλίζω.
     «Δηλαδή… θες να πεις… ότι… ότι είμαι πεθαμένος;»
     «Δυστυχώς ή ευτυχώς γιε μου. Αυτό θα εξαρτηθεί από μια μικρή αλλά βασική λεπτομέρεια. Όπως σου εξήγησα αυτό θα γίνεται αιώνια ή σχεδόν αιώνια. Όσο τέλος πάντων κρατά ένας κύκλος του Πουανκαρέ. Μη με κοιτάς έτσι, είπαμε εξηγήσεις στον Αϊνστάιν. Στην αρχή όλο αυτό θα σου φανεί ενδιαφέρον και συναρπαστικό. Δεν θα χορταίνεις να συζητάς. Θα ρωτήσεις τον Μαρξ γιατί δεν ασχολήθηκε με τον άνθρωπο, τον Σίντ αν πράγματι σκότωσε τη Νάνσι, τον Ντοστογιέφσκι για τις πηγές της έμπνευσής του, τον Σιντ Μπάρετ αν μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του που έγινε η αιτία να τον διώξουν από τους Πινκ Φλόυντ. Και όλους τους άλλους που είναι εδώ και από ότι βλέπω δεν είναι και λίγοι. Όμως αυτό θα είναι συναρπαστικό για ένα, άντε δύο, το πολύ τρία χρόνια. Μετά θα σκυλοβαρεθείς. Θα μετατραπεί σε ένα βασανιστήριο σαν του Σίσυφου».
     «Είπες όμως δυστυχώς ή ευτυχώς. Το ευτυχώς πιο είναι;»
     «Είπα ότι θα εξαρτηθεί από μια μικρή λεπτομέρεια. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι πνεύματα που επηρέασαν και συνεχίζουν να το κάνουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Άρα θα είναι ταυτόχρονα και στις αντίστοιχες σφαίρες τους. Όπως καταλαβαίνεις ο συνδυασμοί που προκύπτουν είναι άπειροι και ποτέ δεν θα βαρεθούν. Με αυτό τον τρόπο ξεπερνάνε το βασανιστήριο της αιωνιότητας. Θα μιλήσουν με όλους, θα δοκιμάσουν τα πάντα. Αύριο και συ θα ξέρεις αν έχεις επηρεάσει άλλους ανθρώπους και άρα αν θα είσαι και στη δική τους σφαίρα. Όπως καταλαβαίνεις, η σχέση της ανίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με τις σφαίρες που θα βρίσκεσαι».
     «Δεν μπορείς να μου πεις εσύ αν θα είμαι και σε άλλες σφαίρες;»                
     «Δυστυχώς φίλε μου αυτό είναι κάτι που το μαθαίνει καθένας μόνος του.  Δεν μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μου, όταν διαπίστωσα ξαφνικά ότι είμαι σε πολύ λιγότερες σφαίρες από όσο υπολόγιζα. Βέβαια είναι χιλιάδες, αλλά τα χρόνια περνάνε γρήγορα».
     «Μα ποιος είσαι; Όλους τους γνωρίζω εδώ μέσα, εκτός από σένα».
     «Δεν μου κάνει έκπληξη. Με διάβασες στα δεκατρία σου και από τότε δεν με ξαναέπιασες στα χέρια σου. Όμως αυτό που διάβασες προφανώς επηρέασε τη ζωή σου για αυτό και είμαι εδώ».
     Προσπαθώ να θυμηθώ ποιο ήταν αυτό που διάβασα αλλά τίποτα. Με βλέπει και μου χαμογελάει καλοσυνάτα.
     «Δεν θα σε βασανίσω άλλο. Είναι το ένα παιδί μετράει τα άστρα».
     «Μενέλαε εσύ είσαι;! Τι λες τώρα! Ακόμα θυμάμαι την αρχή του: Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν’ ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο».

Και πράγματι ο κόσμος ζεστάθηκε τόσο, που ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έφτιαξα ένα διπλό καφέ και έβαλα κάτω τη ζωή μου. Κατάχαμα.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

To τραγούδι μου...


Είχα γράψει στις 6 Ιανουαρίου του 2009: «Είμαστε στην αρχή μιας τεράστιας κρίσης… Τώρα που η δουλειά απαιτεί παραπάνω τρέξιμο, μεγαλύτερη αφοσίωση, περισσότερο χρόνο, εγώ αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο. Στη δικαιολογημένη αντίδρασή σου “που πα ρε Καραμήτρο” θα σου απαντήσω με το αθάνατο ρητό των αρχαίων για το γήρας: Ου γαρ έρχεται μόνον…»

Από τότε δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα. Η κρίση από τεράστια έγινε συστημική (σικ),  η δουλειά απαιτεί πολύ παραπάνω τρέξιμο, αφοσίωση, χρόνο κι εγώ συνεχίζω να γράφω. Με μια βασική διαφορά: Γράφω για το δεύτερο βιβλίο μου.

Μετά από περιπέτειες, ων ουκ έστιν αριθμός, κατάφερα και τελείωσα αυτό που έγραφα για πάνω από ένα χρόνο. Αφού μπόρεσα να βρω εκδότη (απίστευτο;) πριν από λίγες μέρες έλαβα ένα αντίτυπο από το βιβλίο (μου). Το έπιασα με χέρια τρεμάμενα, το χάιδεψα, το μύρισα και το έκλεισα στην αγκαλιά μου σαν να ήταν μωρό. Το δικό μου μωρό!

Ποιος να το πίστευε, όταν εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη του 2007 ξεκινούσα το παράξενο ταξίδι στα μπλοκάκια, ότι θα υπήρχε αυτή η κατάληξη. Και βέβαια δεν ξεχνώ, πως χωρίς εσάς δεν θα είχα γράψει ούτε μια λέξη. Σας ευχαριστώ…

Αφιερωμένο στους έλληνες  bloggers


Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Προσοχή στο κενό...



Ο Αϊνστάιν είπε πως ο χρόνος είναι σχετικός, διαβάζω κάπου. Ιδίως όταν πέσεις στη μαύρη τρύπα του έρωτα, λέω και το λέω δυνατά. Κοιτάζω γύρω μου, ευτυχώς κανείς δεν με προσέχει. Τι έγινε, βαδίζω και παραμιλώ; Όχι ακριβώς, περπατάω και σκέφτομαι. Είναι απίστευτο όμως πόσο ομορφαίνει ο έρωτας τον άνθρωπο, είναι η τελευταία σκέψη που κάνω πριν φτάσω στον σταθμό. Ακυρώνω το εισιτήριο και σωριάζομαι σε ένα παγκάκι. Δεν την παλεύω την αναμονή και προσφεύγω στη βοήθεια της μουσικής. Φοράω τα ακουστικά και η φωνή του Βασίλη, νεανική και χωρίς φκιασίδια, γεμίζει το χρόνο μου.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι…

Ο συρμός εισβάλει φουριόζος στο σταθμό και με επαναφέρει. Μπαίνω στο βαγόνι, είναι από τις σπάνιες στιγμές που δεν έχει κόσμο. Αράζω σε ένα κάθισμα και χαλαρώνω. Κλείνω τα μάτια και απολαμβάνω το τραγούδι που τελειώνει:

…κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

Στον επόμενο σταθμό πολλοί περιμένουν όρθιοι. Οι πόρτες ανοίγουν και επιτέλους το βαγόνι ζωντανεύει. Δίπλα μου κάθεται μια μεσόκοπη κυρία, ντυμένη με τέτοιο τρόπο που κάνει τον στίχο του Εμπειρίκου “η δράσι της γυναίκας είναι στίλβουσα” να φαντάζει απελπιστικά ρεαλιστικός. Απέναντί μου κάθεται ένας καλοντυμένος κύριος, με μαύρο χαρτοφύλακα και δίπλα του μια αιθέρια ύπαρξη που με κάνει να ψάχνω αλαφιασμένος, σε στίχους μεγάλων ποιητών, τον κατάλληλο που θα αποδίδει την ομορφιά της. Στο στόμα μου τον έχω, έτοιμος είμαι να τον ξεφουρνίσω, όταν ο καλοντυμένος κύριος τραβάει βιβλίο.
Η ύπαρξη, όσο αιθέρια και να είναι, μπορεί να περιμένει. Προέχει η μανία μου για τα βιβλία. Προσπαθώ να ανακαλύψω τον τίτλο του βιβλίου. Δυσκολεύομαι, το κρατάει σταθερά προς τα κάτω. Στριφογυρίζω στη θέση μου, φυσάω και ξεφυσάω, τίποτα. Κάποια στιγμή ο τύπος κοιτάζει έξω από το τζάμι και αφηρημένα σηκώνει το βιβλίο προς τα πάνω. Δεν χάνω την ευκαιρία και καρφώνω το βλέμμα του στον τίτλο. Αϊνστάιν – Πικάσο: Ο χώρος ο χρόνος και η ομορφιά. Του Άρθουρ Μίλλερ. Μένω άφωνος. Είναι δυνατόν να διαβάζει το βιβλίο που διαβάζω κι εγώ αυτές τις μέρες; Αυτό που έχω στη τσάντα μου; Τι γίνεται εδώ;
Αν και το βιβλίο αρχίζει με τη ρήση του Αντρέ Σαλμόν, «όλα είναι δυνατά, όλα είναι πραγματοποιήσιμα, σε όλα και παντού», αδυνατώ να πιστέψω σε μια τέτοια σύμπτωση. Κάτι περίεργο συμβαίνει και θα το ανακαλύψω. Κοιτάζω επίμονα τον τύπο. Με κοιτάζει κι αυτός. Προσοχή τώρα. Εδώ είναι που χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Ο τύπος είναι φτυστός εγώ! Ένα ρεύμα τρόμου με παγώνει, σαν να έχουν ανοίξει ταυτόχρονα όλα μαζί τα παράθυρα του βαγονιού. Κάτι προσπαθώ να ψελλίσω, δεν τα καταφέρνω. Σφίγγεται η καρδιά μου, δεν μπορώ να αναπνεύσω, με λούζει κρύος ιδρώτας. Ο τύπος χαμογελάει, είναι φανερό πως το διασκεδάζει.
-Μα καλά, πιστεύεις στα σοβαρά πως με τέτοια φτηνά κόλπα θα τη σκαπουλάρεις; Θα σταματήσεις τον χρόνο, θα βρεις απαντήσεις σε όλα αυτά που σε ταλανίζουν; Σε παρακολουθώ βρε κακομοίρη και διασκεδάζω με όλα αυτά που σκαρφίζεσαι για να ξεγελάσεις τον εαυτό σου. Ποιον, εμένα; Χα! Απέτυχες να το κάνεις με τον έρωτα και πιστεύεις στα σοβαρά πως θα το κάνεις με τη γραφή και την ανάγνωση; Με υποκατάστατα; Για όνομα! Πόσο αστείος είσαι…
-Μα ποιος είσαι επιτέλους; καταφέρνω να πω την ώρα που ο τύπος σηκώνεται και η αιθέρια ύπαρξη του κάνει χώρο να περάσει.
-Χα χα! Ούτε αυτό δεν ξέρεις; Το ασυνείδητό σου βρε γελοίε, λέει και εξαφανίζεται στο πλήθος.
Θέλω να του πετάξω ένα ξεγυρισμένο άντε και γαμήσου, αλλά τελικά συγκρατιέμαι. Τι θα πει και η αιθέρια ύπαρξη; Ναι, το ομολογώ. Σε μια τέτοια στιγμή που ο κόσμος μου γκρεμίζεται, προσπαθώ να φανώ καλός σε μια άγνωστη γυναίκα, έχοντας στο βάθος του μυαλού μου ότι μπορεί και να την ρίξω. Γιατί να χαραμίσω τη μια στις χίλιες πιθανότητα; Έλα μου ντε, γιατί; Αυτοσυγκεντρώνομαι για να την μαγνητίσω. Η ύπαρξη κάνει παφ και εξαφανίζεται, γίνεται αιθέρας. Μα γιατί αιθέρας; Ο Αϊνστάιν δεν ήταν αυτός που απέδειξε πως δεν υπάρχει αιθέρας; Και που πήγε η γυναίκα - παγώνι; Πόσο πιθανόν είναι να πετάχτηκε στην οδό Αβινιόν, προσμένοντας στον ζωγράφο που θα την επιλέξει για μοντέλο του;
Αδυνατώ να με παρακολουθήσω. Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μυαλού μου επηρεάζει τη βαρύτητα. Ο χρόνος καμπυλώνεται επικίνδυνα και παρασέρνει και τον χώρο. Γέρνω. Το παράθυρο χτυπάει στο κεφάλι μου. Ξυπνάω και είμαι μόνος μου σε ένα άδειο βαγόνι. Αλαφιασμένος ψάχνω τη τσέπη μου. Ηρεμώ. Το μικρό ατσάλινο μαχαίρι είναι στη θέση του.

Και τώρα οι δυο μας ασυνείδητε τύπε…

Στα ακουστικά τελειώνει το Time των Pink Floyd. Ίσα που προλαβαίνω τη τελευταία στροφή:
The time is gone, the song is over, thought I'd something more to say…

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Μια από αυτές τις μέρες...


Ο Βασίλης έφερε στη μνήμη του τη μορφή της Ελένης τη στιγμή που αυτή έσπασε και έβαλε τα κλάματα. Πόσο εύκολα μπορούσε να προσπεράσει μια τέτοια σκηνή; Ξεροκατάπιε. Δεν είχε απάντηση, τουλάχιστον αρεστή στον ίδιο. Από τη φύση του ήταν άτομο που του άρεσε ο ευθύς δρόμος. Τα ανήλιαγα στενά, τα υγρά μονοπάτια, του προκαλούσαν ζάλη. Ήθελε και πίστευε σε έναν κόσμο απλό και εξηγήσιμο. Την αδυναμία που έδειχνε για την Ελένη, όχι μόνο δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει αλλά ούτε καν να καταλάβει. Εντάξει, είχαν κάτι στο παρελθόν αλλά πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε, μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια ήταν όμορφη. Και έξυπνη. Και διαβασμένη. Ήταν όμως αυτοί λόγοι σοβαροί ώστε να θέσει σε κίνδυνο την καριέρα του, τον γάμο του;
Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Ήθελε δεν ήθελε, βάδιζε στα υγρά μονοπάτια που απεχθανόταν. Σαν αντίδραση στις παραπάνω σκέψεις, αντέταξε το επιχείρημα ότι ο ανολοκλήρωτος έρωτας της εφηβικής ηλικίας, κάπου καταχωνιασμένος και ξεχασμένος, εμφανίστηκε και ζητούσε το μερίδιο που του αναλογούσε. Με ένα πηδηματάκι όλα θα πάρουν τον δρόμο τους προσπάθησε να ξεγλιστρήσει αλλά τα μάτια της Ελένης τον κοίταξαν για λίγο λυπημένα. Σιγά να μη ξέφευγε τόσο εύκολα. Ξεφύσησε. Ήθελε επειγόντως ένα ποτό, βολεύτηκε με έναν καφέ. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση η Ελένη, ποτέ δεν ήταν. Προσπάθησε να φανταστεί την ύπαρξή του μαζί της. Αν δεν είχαν χωρίσει εκείνη τη μέρα με τον τρόπο που χώρισαν, πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα; Στους λίγους μήνες που ήταν συνάμα, η ζωή τους ήταν ένα συνεχές πανηγύρι. Όχι με την έννοια του γλεντιού, αν κι αυτό ποτέ δεν έλλειψε, αλλά με την έννοια του απρόβλεπτου, αυτού που σκοτώνει τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Και φυσικά ήταν το σεξ. Εδώ κι αν ήταν πανηγύρι. Ένα μόνιμο και συνεχές ξεφάντωμα των αισθήσεων και των παραισθήσεων. Πρώτη και καλύτερη η όραση, δεν χόρταινε να κοιτάζει και να θαυμάζει το κορμί της. Ένα κορμί που με την αφή έμαθε κάθε του πτυχή, κάθε καμπύλη. Με τη γεύση κάθε του αρμύρα, κάθε ξινίλα. Και τότε ήταν που δεν χόρταινε να ακούει τους λυγμούς της, τη μουσική που απλόχερα γεννούσαν οι αναστεναγμοί της. Τελευταία και καταϊδρωμένη, ίσως για αυτό και πιο τυχερή, η μυρωδιά του έρωτα. Όσο κι αν το πάλευε, δεν μπορούσε να βρει τις λέξεις για να την περιγράψει κι αν για μια στιγμή πίστεψε ότι τις βρήκε, δεν μπορούσε να τις βάλει στη σωστή σειρά, να σχηματίσει προτάσεις που θα την ερμήνευαν. Αγάπησε τον κόσμο μέσα από τη μυρωδιά της.
Η τελευταία διαπίστωση τον ταρακούνησε για τα καλά. Πετάχτηκε από το γραφείο και κλώτσησε με μανία την πολυθρόνα. Όλα τα πράγματα έχουν τα όρια τους σκέφτηκε εκνευρισμένος με τον εαυτό του. Αυτό που τον ενόχλησε πιο πολύ δεν ήταν τόσο η αναπόληση των περασμένων, αυτό το επέτρεπε μερικές φορές, όσο η επίδραση που είχε πάνω του ο στοχασμός της Ελένης. Η σκέψη της τον αποδιοργάνωνε, τον έκανε άλλο άνθρωπο. Και αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Μια χαρά ήταν έτσι όπως ήταν. Μπορεί να δυσκολεύτηκε και να άργησε αλλά κατάφερε να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του. Το πέτυχε γιατί κοιτούσε την οικογένεια και τη δουλειά του. Και ερχόταν τώρα από το πουθενά, αυτή που του φέρθηκε τόσο πρόστυχα στο παρελθόν, να τα διαλύσει και τα δύο; Ε, όχι! Αυτό πια πήγαινε πολύ.

Δεν θα σου περάσει Ελενίτσα!

Δεν έκανε καμιά ενέργεια, δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία από αυτές που τον παρακαλούσε ο άλλος του εαυτός. Άφησε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους. Πήρε κι αυτός τον δικό του, αυτόν της επιστροφής στο σπίτι. Το φεγγάρι ολόγιομο, κοκκίνιζε ελαφρά στην περιφέρεια. Άραγε από ντροπή ή από φόβο; Δεν πέρασε από το αγαπημένο του μπαράκι. Βιαζόταν να ξορκίσει το κακό με τη θαλπωρή της οικογένειας. Ανακούφιση ήταν αυτό που ένοιωσε όταν άνοιξε την πόρτα. Είχε πάρει τη σωστή απόφαση και τα πάντα συνηγορούσαν σε αυτό. Το παιδί μέσα στο πάρκο χαλούσε τον κόσμο από τα κλάματα. Η γυναίκα του, άφησε το αγαπημένο της σήριαλ και τον υποδέχτηκε με φανερή ικανοποίηση στο βλέμμα της.
«Α, γύρισες νωρίς! Πάρε τον μικρό να τον καθαρίσεις και να τον ταΐσεις. Σε λίγο θα έρθω να τον βάλω για ύπνο».
Το είπε με μια γλυκύτητα στη φωνή της και επέστρεψε στο καθήκον της παρακολούθησης. Ο Βασίλης δεν είχε λόγο να παραπονεθεί. Μια χαρά σήριαλ ήταν Η ζωή της άλλης. Με καταστάσεις βγαλμένες από τη ζωή, με χαρακτήρες ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Άσε που είχε και μουσική από τους Pink Floyd, ποιοτικά πράγματα. Ήταν και το άλλο: Αργούσε πολύ στη δουλειά τώρα τελευταία και δεν απολάμβανε όσο θα ήθελε τον γιο του. Άλλαξε την πάνα υπό τους ήχους του θρυλικού One Of These Days. Ευτυχώς που ο Mason ακούγεται μέσα από παραμορφωτή και δεν κατάλαβε τον μοναδικό στίχο του τραγουδιού: Μια από αυτές τις μέρες θα σε κόψω σε μικρά κομματάκια. Απόλαυσε όμως την ιδιαίτερα πρωτότυπη μουσική του, τις απίστευτες βουτιές που κάνει ο Gilmour με τη κιθάρα του.
Όχι, δεν είχε παράπονο.

Στίχοι - Μουσική: Pink Floyd

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο φόβος του μπλόγκερ πριν από την ανάρτηση

Θα γράψουν, λένε, στα μπλογκάκια τους για τον φόβο. Για να τον κατανοήσουν και να τον αντιμετωπίσουν. Λένε κι άλλα, ότι θα φοβίσουν την εξουσία, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Στην αρχή με άφησε αδιάφορο. Όταν όμως είδα το χαμό που γινότανε, ζήλεψα. Όπως πριν από λίγο καιρό στο φέισμπουκ, που έβαζαν όλοι σκίτσα με παιδικούς ήρωες στο προφίλ τους και εγώ αρνιόμουν πεισματικά να το κάνω. Το αποτέλεσμα γνωστό, έβαλα τελευταίος και καταϊδρωμένος και μετά προσπαθούσα να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα.

Τώρα όμως είχα δικαιολογία και μάλιστα καλή. Κανένας δεν με κάλεσε να γράψω για τον φόβο. Τι φοβήθηκαν; Μάλλον θα σκέφτηκαν ότι αυτός γράφει ιστοριούλες και δη ερωτικές. Εντάξει, γράφει και καμιά φορά πολιτικά αλλά για ξεκάρφωμα. Τι να την κάνουν μια ιστοριούλα ερωτική για τον φόβο; Εδώ που τα λέμε δεν έχουν και άδικο. Έτσι κι εγώ δεν θα γράψω. Όσο όμως το σκέφτομαι τόσο θέλω να γράψω. Αναρωτιέμαι αν έγραφα τι θα έγραφα; Έψαξα παλιές αναρτήσεις μέχρι που βρήκα μια που την είχα γράψει για τελείως διαφορετικό λόγο. Με λίγο ρετουσάρισμα και με έναν καινούριο τίτλο μια χαρά θα έστεκε.

Ο γλυκός φόβος του έρωτα

Μόλις πάτησε το κουδούνι της εξώπορτας, όλη του η αποφασιστικότητα πήγε περίπατο. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάποια σοβαρή δικαιολογία για την επιστροφή του. Άκουσε βήματα πίσω από τη πόρτα και μετά σιωπή. Ένα ολόκληρο μαρτυρικό δευτερόλεπτο. Το φως του διαδρόμου έκλεισε και ο Λευτέρης μαρμαρωμένος από φόβο και αγωνία έστεκε ακίνητος στο σκοτάδι κι περίμενε. Τι στιγμή που άρχισε να αναρωτιέται τι στο καλό κάνει εκεί πέρα, άνοιξε η πόρτα. Η Μαρία στεκόταν μπροστά του αμίλητη και το πρόσωπό της είχε μια από τις συνηθισμένες αποχρώσεις του κόκκινου, στο πιο ελαφρύ τούτη τη φορά, στο χρώμα του άγουρου ροδιού. Κοίταζε ο ένας τον άλλο και κανείς δεν μιλούσε. Ο Λευτέρης σκεφτόταν πυρετωδώς:

- Πες κάτι πριν καταστραφούν όλα!

- Τι να πω; Έχει κολλήσει το μυαλό μου.

- Αυτοσχεδίασε, πες μια φορά στη ζωή σου κάτι έξυπνο, κάνε κάτι, κουνήσου!

Και ο Λευτέρης έκανε τη κίνηση εκείνη που θα μακάριζε στην υπόλοιπη ζωή του: Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο.

«Στο χρωστούσα το φιλί. Σε καληνύχτισα βιαστικά και ξέχασα να στο δώσω».

Που ήσουνα κρυμμένος παιχταρά μου!

Το άγουρο ρόδι στο πρόσωπο της Μαρίας ωρίμασε με ταχύτητα φωτός και αυτοπυρπολήθηκε. Την ίδια στιγμή, μια δύναμη πολύ ανώτερη από τη ντροπαλοσύνη της, τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε μέσα στο δωμάτιο κλείνοντας πίσω του τη πόρτα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια σιωπηλοί. Έσκυψε τρυφερά προς το μέρος της και της πρότεινε ένα φιλί σύντομο, αναγνωριστικό. Το φευγαλέο άγγιγμα τους χάρισε την αίσθηση που αφήνει ένα μεταξένιο ρούχο όταν έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το δέρμα. Με την ανυπομονησία μικρού παιδιού που μόλις ανακάλυψε το βάζο με το γλυκό, επιχείρησαν δεύτερο, πιο φιλόδοξο. Η πίεση άνοιξε τα χείλη. Τα δόντια τους συγκρούστηκαν άγαρμπα, όμως αυτό ακούστηκε σαν τη μουσική που παράγουν τα βότσαλα την ώρα που τα παρασέρνει ένα θαρραλέο κύμα. Σαν έτοιμοι από καιρό και με τη πείρα των δυο προηγούμενων, αφέθηκαν σε ένα φιλί σταχανοφικής επίδοσης σε διάρκεια και με τέτοια δόση απελπισίας, λες και σε αυτό θα έβρισκαν το ελιξίριο της ζωής ή ακόμα χειρότερα τις απαντήσεις που δεν είχαν για την επερχόμενη θύελλα.

Το μονό κρεβάτι στη μέση του ταπεινού δωματίου φάνταζε σαν το μόνο έπιπλο που θα άντεχε ένα τέτοιο ψυχικό βάρος. Ξάπλωσαν κολλητά ο ένας πλάι στον άλλο και το χέρι του Λευτέρη βιαστικό, ανυπόμονο και κυρίως ανύποπτο, αναζήτησε αμέσως τη μυστική σχισμή που μέσα από υγρά μονοπάτια οδηγούσε στο κέντρο της ύπαρξης. Η Μαρία, με χέρια που έτρεμαν, τον σταμάτησε.

«Δώσε μου λίγο χρόνο. Φοβάμαι!»

Εγώ να δεις κορίτσι μου…

«Έχε το χρόνο σου συντρόφισσα».

Βρήκε το κουράγιο να αστειευτεί την ώρα που μάζευε εσπευσμένα το χέρι του.

Και τώρα τι κάνουμε;

Έβαλε κάτω τα πράγματα και αναζήτησε απαντήσεις στις μέχρι τότε εμπειρίες του. Την πρώτη φορά η Τζένη, στο σκοτεινό δωμάτιο της Λιοσίων, τον πήρε από το χέρι που έτρεμε από τον φόβο και τον οδήγησε μέσα της λέγοντάς του μερικά ερωτόλογα και τέλος. Την επόμενη, στη Φυλής, η Πέπη ούτε καν του μίλησε. Τζίφος. Μήπως ο κινηματογράφος; Οι τσόντες στο Ίλιον ήταν πεντάλεπτες και έδειχναν μόνο τη πράξη, ούτε καν πρόσωπα. Η κυρία Ρόμπισον είχε την πρωτοβουλία και τις λύσεις και ο Χόφμαν απλά το απολάμβανε.

Κωλόφαρδε!

Ο Μπρούς Λι έδερνε αλύπητα, ο Τραβόλτα χόρευε ασταμάτητα και ο βρώμικος Χάρρυ σκότωνε αβέρτα. Δεν είχαν χρόνο για άλλες ασχολίες. Στο Θίασο, ο άλκιμος του Μεταξά ήταν όλο φρου φρου κι αρώματα, τζούφιος.

Είσαι μόνος σου αγόρι μου. Κολύμπα!

Τελικά αποδείχτηκε ότι Λευτέρης δεν ήταν μόνος. Ήταν μαζί του και η Μαρία. Μαζί περπάτησαν τα υγρά μονοπάτια, γλίστρησαν αλλά κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου, μαζί εξερεύνησαν απάτητους δρόμους, λοξοδρόμησαν αλλά δεν χάθηκαν, μαζί έφτασαν μέχρι το τέλος.

Αλλά αυτά είναι περσινά ξινά σταφύλια. Και είναι και ιστοριούλα. Για να γράψω για τον φόβο πρέπει να γράψω δοκίμιο. Δοκίμιο;! Πώς γράφουν ένα δοκίμιο για τον φόβο; Προφανώς ξεκινάνε με έναν ορισμό αυτού που θα περιγράψουν. Με χέρια που τρέμουν από το φόβο (της γελοιοποίησης) αρχίζω να πληκτρολογώ:

Ο φόβος είναι το συναίσθημα που παρουσιάζεται σε περίπτωση κινδύνου. Συμβαίνει χωρίς ο άνθρωπος να το σκεφτεί, υποσυνείδητα.

Καλός μου φαίνεται ο ορισμός αλλά καλύτερα ας ρίξω μια ματιά και στο λεξικό. Τριανταφυλλίδης on line.

Έντονο δυσάρεστο συναίσθημα, που προκαλείται εξαιτίας (πραγματικού ή φανταστικού) κινδύνου ή απειλής.

Πρέπει να προσθέσω και τον φανταστικό κίνδυνο. Αυτός που προκαλείται από μεταφυσικές αναζητήσεις. Είναι σημαντικός στη καθημερινότητα των ανθρώπων. Δεν απατάς τον/τη σύζυγο γιατί φοβάσαι τη κόλαση. Ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ γιατί φοβάσαι τη δεξιά. Ωραία, καθάρισα με τον ορισμό. Πώς θα το προχωρήσω τώρα; Να γράψω για τα είδη του φόβου, τους εφιάλτες, τους ψυχολογικούς φόβους και τους ψυχιατρικούς, τη παράνοια. Και πώς να γράψω γι αυτά; Για αυτά γράφουν οι ειδικοί. Εντάξει, ιντερνέτ αλλά δεν είναι και δια πάσαν νόσον. Με αυξημένη προσοχή πάω στο psychologos.gr.

….Όταν δεν νιώθεις φόβο για μια κατάσταση, τότε αυτή δεν μπορεί να σε βλάψει. Πρέπει βέβαια να θυμάσαι ότι πολύ συχνά σε καταλαμβάνει ο φόβος με υποσυνείδητο τρόπο, χωρίς δηλαδή να τον αντιλαμβάνεσαι. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάς είναι ότι ο φόβος «μπλοφάρει». Αν τον αντιμετωπίσεις με βάση αυτήν την ενθύμηση, τότε ο φόβος διαλύεται.

Αυτό δεν το ήξερα το ομολογώ. Άκου ο φόβος μπλοφάρει! Να παίξω τότε ένα πόκερ μαζί του να του ξηγήσω…

Ο φόβος δημιουργείται συνήθως ως προσπάθεια του νου να ελέγξει το μέλλον, το μέλλον για το οποίο το μονο που ξέρουμε είναι οτι ... δεν υπάρχει!! Αφού το παρελθόν μόνο υπήρξε –δηλαδή δεν υπάρχει σήμερα!- και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα, ο μοναδικός χρόνος, στον οποίο ζούμε την ζωή μας είναι το παρόν!

Ότι κατάλαβες, κατάλαβα…

….Κάποιοι πιστεύουν οτι το αντίθετο συναίσθημα της Αγάπης είναι το μίσος. Αυτό δεν ειναι αλήθεια: Ο αντίποδας της Αγάπης είναι ο φόβος! Φανταστείτε τον εαυτό σας σαν ένα άδειο μπουκάλι. Αν επιλέγετε κατά τη διάρκεια της ζωής σας να γεμίζετε το «μπουκάλι» σας με φόβο, τότε δεν θα περισσεύει καθόλου χώρος για την Αγάπη. Αντίθετα, εάν «ανοίξετε» το «μπουκάλι» σας και το γεμίζετε, σε κάθε ευκαιρία, με Αγάπη, τότε δεν θα υπάρχει καθόλου χώρος μέσα σας για να αναπτυχθεί ο φόβος!

Άπαπαπα, πού πήγα και μπερδεύτηκα! Με έβαλαν σε ένα μπουκάλι και έκλεισαν το πώμα. Και έχω και κλειστοφοβία. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Να γράψω δοκίμιο αλλά όχι γενικά για τον φόβο, να το εξειδικεύσω. Να γράψω για παράδειγμα για τον φόβο των ποιητών. Αλλά με αυτό το θέμα δεν πρόκειται να τελειώσω ούτε σε ένα μήνα. Να γράψω ακόμα ποιο ειδικά. Ας πούμε για τον φόβο στη ποίηση του Καβάφη. Τώρα μάλιστα. Ας ρίξω για αρχή το Τελειωμένα.

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο·
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
και ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει.

Πανικός! Εδώ πια δεν μιλάμε για τον φόβο, μιλάμε για τον τρόμο. Τι τα θέλω και τα σκαλίζω τώρα; Φιλοσοφικές αναζητήσεις, Σοπενχάουερ και Κάφκα μαζί. Είναι καιρός για μοιρολατρία; Στις μέρες του αγώνα για μια καλύτερη εξουσία; Δε λέει. Καλύτερα να βάλω τους Τρώες που μιλάνε για αγώνα.

Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.--

Είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ' έξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.

Αλλ' όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ' τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ' αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ' η Εκάβη κλαίνε.

Βαλτός είναι! Θα με καταγγείλουν για ηττοπαθή. Ότι σπέρνω την απαισιοδοξία, τώρα που η νίκη είναι κοντά. Εδώ να δεις φόβο. Αλλάζω αμέσως ρότα. Δεν θέλω μπλεξίματα. Θα βάλω την Ιθάκη που λέει για ταξίδια και πολλά λιμάνια και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής. Αυτό ναι, είναι αισιόδοξο. Αλλά γράφω για τον φόβο γαμώτο και λέει:

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι.

Θα βγω εκτός θέματος. Πάλι! Φαύλος κύκλος. Ότι και να γράψω το μπελά μου θα βρω. Μα τι θέλω κι εγώ ο αθεόφοβος; Γιατί όλο αυτό το μπλέξιμο; Αφού κανένας δεν με κάλεσε! Η τελευταία σκέψη με λυτρώνει. Κλείνω το κομπιούτερ και βγαίνω έξω. Η μέρα είναι εκπληκτική. Αλκυονίδα. Τα παρατάω όλα και πάω για ψάρεμα. Θα έχω όλο τον καιρό να σκεφτώ για τον φόβο του ψαριού πριν το αγκίστρωμα…


Το ποστ αυτό έχει γραφτεί στα πλαίσια της "Ημέρας ενάντια στο φόβο"
Δείτε περισσότερα εδώ